~Κάποια στιγμή, μέσα στα χρόνια που έζησα στην Αθήνα, στα πλαίσια ενός show ήρθα σε επαφή με ένα πιρπιρί και έναν ντουλαμά άρτι αφιχθέντα από το ΠΛΙ(Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα)
Στο πιρπιρί με μάγεψε το χρώμα της ελιάς που έφερε και στο ντουλαμά οι πολλαπλές στρώσεις γυαλιστερού, μπεζ και λευκού υφάσματος, η τρομερή εφαρμογή και παρά το βάρος, η κίνηση. Συγκλονιστικά σε ομορφιά και τα δύο και άμεσα συνδεδεμένα με την ιστορία ενδυμασίας στη χώρα μας.(Θα βρείτε πληροφορίες στο τέλος, "Σημειώσεις μιας εκπαιδεύτριας μόδας", σημείο 1).
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν...
Η ενδυματολογική ταυτότητα της Ελλάδας αποτελεί έναν ολοζώντανο χάρτη της ιστορίας, κοινωνίας και του πολιτισμού. Το ελληνικό ένδυμα δεν λειτούργησε ποτέ μόνο σαν μια πρακτική ανάγκη. Υπήρξε εργαλείο έκφρασης κοινωνικής θέσης, φύλου, ηλικίας, οικονομικής δύναμης και συλλογικής ταυτότητας. Μέσα από τις φορεσιές, οι κοινότητες των ανθρώπων επικοινωνούσαν ποιοι είναι, από πού προέρχονται και σε ποιο κοινωνικό πλαίσιο ανήκουν.
Η ελληνική ενδυμασία διαμορφώθηκε μέσα από ένα υπέροχο μωσαϊκό επιρροών που συνδέει την αρχαιότητα, το (παρεξηγημένο) Βυζάντιο, την Οθωμανική περίοδο, τη λαϊκή παράδοση και αργότερα τη δυτική ευρωπαϊκή μόδα. Από τον αρχαίο χιτώνα έως τις περίτεχνες παραδοσιακές φορεσιές, διατηρείται μια διαχρονική σχέση ανάμεσα στο σώμα, την κίνηση, το ύφασμα και το φως του ελληνικού τοπίου. Η ελληνική αισθητική χαρακτηρίζεται συχνά από την έννοια του "μέτρου", της αρμονίας και της φυσικότητας κάτι που είναι ευδιάκριτο και στην αρχιτεκτονική.
Οι ελληνικές παραδοσιακές φορεσιές διαφοροποιούνται έντονα, όπως είναι αναμενόμενο, από περιοχή σε περιοχή, καθώς επηρεάζονταν από το κλίμα, το εμπόριο, τις κατακτήσεις αλλά και τις κοινωνικές δομές κάθε τόπου. Στην Ήπειρο και τη Μακεδονία συναντάμε βαριά μάλλινα υφάσματα και έντονη χρήση ασημικών λόγω του ψυχρότερου κλίματος, ενώ στα νησιά κυριαρχούν πιο ανάλαφρα υφάσματα, έντονα χρώματα και επιρροές από το εμπόριο της Μεσογείου.
Στις ανδρικές ενδυμασίες, η πιο χαρακτηριστική είναι η φουστανέλα, η λευκή πτυχωτή φορεσιά που συνδέθηκε με τους αγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και εξελίχθηκε σε εθνικό σύμβολο ελευθερίας και ανδρείας(θα μπορούσα σε αυτό το σημείο να μιλήσω για τον σύγχρονο σεξισμό, ώπου ένα άνδρας μόνο ανδρειωμενος δεν θα χαρακτηριζόταν εάν σήμερα έπραττε ηρωικά, φορώντας κάτι που θα παρέπεμπε σε φούστα).
Συνεχίζω.
Συνδυαζόταν με γιλέκα, φυσεκλίκια και κεντητές λεπτομέρειες που δήλωναν κοινωνική θέση και πολεμική ταυτότητα.
Οι γυναικείες φορεσιές παρουσίαζαν ακόμη μεγαλύτερη ποικιλία, για παράδειγμα έχουμε τη φορεσιά της Σκύρου που ξεχώριζε για τα βαριά κοσμήματα και τα περίτεχνα κεντήματα της.
Η κρητική φορεσιά συνδύαζε βενετσιάνικες και ανατολίτικες επιρροές με πλούσια υφάσματα και χαρακτηριστικά ζωνάρια.
Έπειτα η σαρακατσάνικη φορεσιά, ήταν κυρίως ασπρόμαυρη, αντανακλούσε τον νομαδικό και λιτό τρόπο ζωής των Σαρακατσάνων.
Οι φορεσιές των Κυκλάδων είχαν πιο ανάλαφρη αισθητική και φυσικά έντονη ναυτική επίδραση.
Η ελληνική ενδυμασία έχει ιδιαίτερο κοινωνιολογικό ενδιαφέρον, καθώς λειτουργούσε σαν οπτική ταυτότητα. Μέσα από το ντύσιμο μπορούσε κανείς να καταλάβει την οικογενειακή κατάσταση μιας γυναίκας, την οικονομική επιφάνεια μιας οικογένειας, το επάγγελμα, την περιοχή καταγωγής ή ακόμη και αν κάποιος βρισκόταν σε περίοδο πένθους.
Τα χρώματα, τα κεντήματα, τα κοσμήματα και ο τρόπος δεσίματος μιας μαντίλας λειτουργούσαν επίσης σαν κοινωνικοί κώδικες.
Σε αυτό το σημείο να προσθέσω ότι και η ελληνική φορεσιά συνδέεται έντονα με τη θεωρία του Georg Simmel για τη μόδα, ότι ο άνθρωπος επιθυμεί ταυτόχρονα να ανήκει σε μια ομάδα αλλά και να διαφοροποιείται μέσα σε αυτή. Οι ελληνικές παραδοσιακές φορεσιές εξέφραζαν ακριβώς αυτή τη διπλή ανάγκη.
Διατηρούσαν τη συλλογική ταυτότητα της κοινότητας, ενώ ταυτόχρονα επέτρεπαν μικρές προσωπικές διαφοροποιήσεις μέσα από τα μοτίβα, τα υφάσματα και τα κοσμήματα.
Παράλληλα, η ελληνική ενδυμασία συνδέθηκε όπως είναι αναμενόμενο με ζητήματα εξουσίας, πολιτισμικής επιρροής και εθνικής ταυτότητας. Κατά την Οθωμανική περίοδο εμφανίζονται ανατολίτικες γραμμές και πολυτελή υφάσματα, ενώ μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους δημιουργήθηκε η ανάγκη μιας ενιαίας εθνικής εικόνας. Έτσι, ενδύματα όπως η φουστανέλα μετατράπηκαν από τοπικές φορεσιές σε εθνικά σύμβολα.
Στον 20ό αιώνα, η αστικοποίηση και η βιομηχανική παραγωγή περιόρισαν για πρακτικούς λόγους τη χρήση των παραδοσιακών φορεσιών στην καθημερινότητα. Ωστόσο, η ελληνική αισθητική δεν εξαφανίστηκε. Τα χειροποίητα κεντήματα, οι πτυχώσεις, τα φυσικά υφάσματα και η μεσογειακή απλότητα συνεχίζουν να εμπνέουν τη σύγχρονη μόδα και τη διεθνή σχεδιαστική σκηνή, όπως για παράδειγμα έδειξε και η συγκλονιστική συνεργασία του οίκου Dior με τον μοναδικό Αριστείδη Τζονεβράκη(2).
Δημιουργοί όπως ο Γιάννης Τσεκλένης αξιοποίησαν ελληνικά μοτίβα και λαϊκές αναφορές με σύγχρονο τρόπο, αποδεικνύοντας ότι η παράδοση μπορεί να λειτουργήσει όχι ως νοσταλγία, αλλά ως διαρκές πολιτισμικό κεφάλαιο και σύγχρονη ταυτότητα.
~•Σημειώσεις μιας εκπαιδεύτριας μόδας•~
Σημείο 1.
Το πιρπιρί και ο ντουλαμάς είναι στοιχεία της παραδοσιακής ελληνικής ενδυμασίας, κυρίως γυναικείας, συναντώνται σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας με μικρές διαφοροποιήσεις στη μορφή και τη χρήση τους.
Το πιρπιρί ήταν συνήθως ένα κοντό, διακοσμητικό επανωφόρι ή γιλέκο, συχνά αμάνικο, πλούσια κεντημένο με χρυσοκλωστές, μεταξωτές λεπτομέρειες ή πολύχρωμα διακοσμητικά μοτίβα. Φοριόταν πάνω από το πουκάμισο ή από το φόρεμα και λειτουργούσε όχι μόνο ως πρακτικό ένδυμα αλλά και ως ένδειξη κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης. Σε αρκετές περιοχές το πιρπιρί αποτελούσε βασικό κομμάτι της νυφικής ή γιορτινής φορεσιάς. Η λέξη πιθανότατα συνδέεται με τη λαϊκή ονομασία μικρών διακοσμητικών στοιχείων ή «λαμπερών» λεπτομερειών.
Ο ντουλαμάς ήταν μακρύ πανωφόρι με ανατολίτικες επιρροές, που φοριόταν τόσο από άνδρες όσο και από γυναίκες, ιδιαίτερα κατά την Οθωμανική περίοδο. Συνήθως ήταν κατασκευασμένος από βαριά και πολυτελή υφάσματα, όπως βελούδο ή τσόχα, και συχνά διακοσμημένος με γαϊτάνια, γούνες ή χρυσοκέντητα σχέδια. Ο ντουλαμάς συνδεόταν με κύρος και επισημότητα. Στις ανδρικές φορεσιές των αγωνιστών του 1821 εμφανίζεται συχνά ως ένδυμα υψηλού status, ενώ σε ορισμένες περιοχές υπήρξε και βασικό στοιχείο γυναικείων χειμερινών φορεσιών.
Τα δύο ενδύματα αποκαλύπτουν κάτι πολύ σημαντικό για την ελληνική παραδοσιακή φορεσιά, ότι η ενδυμασία λειτουργούσε σαν κοινωνική γλώσσα, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω.
Και τώρα πάμε στον μοναδικό Αριστείδη Τζονεβράκη.
Σημείο 2.
Ο Αριστείδης Τζονευράκης είναι σύγχρονος ελληνοράπτης (τερζής) και δημιουργός παραδοσιακών ελληνικών ενδυμασιών, γνωστός για τη δουλειά του πάνω στις ιστορικές φορεσιές και την αναβίωση της ελληνικής ενδυματολογικής παράδοσης. Έχει αφιερωθεί στη μελέτη, κατασκευή και αποκατάσταση παραδοσιακών ελληνικών φορεσιών, συνδυάζοντας λαογραφική έρευνα με υψηλή τεχνική ραπτικής.
Γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στην Ερμιόνη και το Ναύπλιο. Από το 2002 εργάστηκε στην ιματιοθήκη του Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, δίπλα σε σημαντικές προσωπικότητες του χώρου της ενδυματολογίας, όπως η Ιωάννα Παπαντωνίου.
Έγινε ιδιαίτερα γνωστός για τη μελέτη και ανακατασκευή παραδοσιακών ελληνικών φορεσιών, τη δουλειά του πάνω στη φουστανέλα και τους ντουλαμάδες της οθωνικής περιόδου, αλλά και τη σύνδεση της ελληνικής παράδοσης με τη σύγχρονη μόδα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ο τρόπος που αντιμετωπίζει την παραδοσιακή φορεσιά: όχι ως «φολκλόρ», αλλά ως τεκμήριο κοινωνικής ιστορίας, τεχνικής και πολιτισμικής ταυτότητας.
X CivilA

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου