Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Μία γυναίκα λιγότερη-Γυναικοκτονία

 ~Από τον έλεγχο και την κτητικότητα μέχρι τη γυναικοκτονία. 

Πώς μια κοινωνία μαθαίνει να αμφισβητεί και αργά αργά να αφαιρεί την ελευθερία των γυναικών; 

Μέσα στα χρόνια έγινα και εγώ, όπως πολλές, μάρτυρας περιστατικών βίας, περιορισμών και ελέγχου. Όλα αυτά δεν απέχουν πολύ από την πράξη του φόνου. Τα χωρίζει μια πολύ λεπτή χορδή, αυτή της διάκρισης από μικρή ηλικία για το αυτονόητο. Τί είναι κακό; Τί είναι καλό;

Αν δεν μπορείς να διακρίνεις καθαρά στην ενήλικη ζωή σου αυτά τα δύο, τότε υπάρχει πρόβλημα.

Χωρίς,ναι μεν αλλά. Κάποια πράγματα είναι απόλυτα καλά και κάποια απόλυτα κακά. Δεν υπάρχει ελαφρυντικό. Δεν υπάρχει άλλοθι.

Με προβληματίζει συχνά και αναπόφευκτα το παρατηρώ γύρω μου, πώς μεγαλώνει σήμερα ένα αγόρι και πώς ένα κορίτσι, πώς εξελίσσεται η ζωή τους, τι περιορισμούς γνωρίζει το κάθε φύλο ήδη από την οικογένεια;

Η ατομική ελευθερία, ιδιαίτερα της κόρης, θεωρείται συχνά λιγότερο σημαντική από την εικόνα, τη φήμη αλλά και το αίσθημα ελέγχου της οικογένειας.

Από ποιον ακριβώς προστατεύεται μια γυναίκα όταν της απαγορεύεται για παράδειγμα να βγει έξω, να πιει, να σπουδάσει, να ταξιδέψει, να εργαστεί, να ερωτευτεί, να επιλέξει τον δρόμο της; Από τον κόσμο, από τους άνδρες συγκεκριμένα, από το αίσθημα ελευθερίας που θα την ενδυναμώσει; Από τι προστατεύω την κόρη μου, από ποιόν;

Η ερώτηση αυτή, μου γεννήθηκε μέσα από μια σειρά συζητήσεων με νεαρές μαθήτριες, τα τελευταία χρόνια. Κορίτσια δεκαοκτώ και είκοσι ετών, εργατικά, ταλαντούχά και γεμάτά προοπτικές. Απέναντι η οικογένεια. Να σπουδάσεις, αλλά τόσο όσο θέλω εγώ. Να δουλέψεις, αλλά όσο θέλω εγώ. Να παντρευτείς αυτόν που θέλω εγώ. Να κυνηγήσεις τα όνειρα σου; Όχι, επειδή δεν θέλω εγώ.

2026, μιλάμε και γράφουμε για τα αυτονόητα.

Η παραπάνω ιστορία δεν είναι μια γυναικοκτονία. Κανείς δεν άσκησε σωματική βία. Κανείς δεν αφαίρεσε μια ζωή. Κι όμως, αγγίζει την ίδια ρίζα ενός προβλήματος που εμφανίζεται με πολλές διαφορετικές μορφές, από τον καθημερινό έλεγχο με πρώτο πρόσχημα το ενδιαφέρον μέχρι την ακραία βία. 

Η ρίζα λοιπόν είναι αυτή η ιδέα πως η γυναίκα δεν ανήκει ποτέ ολοκληρωτικά στον εαυτό της.

Κάθε φορά που ακούμε για μία ακόμη γυναικοκτονία, όπως η χθεσινή με κέντρο τη Δράμα, η δημόσια συζήτηση περιορίζεται στο έγκλημα και στον δράστη.  Σήμερα είναι αυτός, μεθαύριο ένας άλλος. Λυπόμαστε όλοι πάρα πολύ, μένουν πίσω παιδιά, συγγενείς και το βασικό γυναίκες κάθε ηλικίας χάνουν τη ζωή τους χωρίς να έχουν καμιά δεύτερη ευκαιρία και το έργο τελειώνει εκεί, μέχρι την επόμενη φορά.

Είναι φυσικό. Ένας άνθρωπος δολοφονήθηκε και ένας άλλος διέπραξε έγκλημα. Όμως αν σταματήσουμε τη σκέψη μας εκεί, χάνουμε το μεγαλύτερο μέρος της εικόνας. The big picture που λέμε.

Γιατί η γυναικοκτονία δεν ξεκινά τη στιγμή που κάποιος κρατά ένα όπλο, ένα μαχαίρι ή ασκεί θανατηφόρα βία. Η γυναικοκτονία είναι η κατάληξη ενός έργου που ξεκινάει πολύ νωρίτερα. Ξεκινά τη στιγμή που μια κοινωνία, μια οικογένεια, ένα σχολείο, ένας άνθρωπος διδάσκει, φανερά ή υπόγεια, ότι η γυναίκα είναι κάτι που πρέπει να ελέγχεται για οποιονδήποτε σκοπό.

Ακούω επίσης πολύ συχνά την ερώτηση, γιατί λέμε γυναικοκτονία;

Γίνομαι αγενής εδώ και απάντηση μου είναι πάντα ίδια, "είστε ηλίθιοι;"

Πολλοί αντιδρούν στον όρο γυναικοκτονία και εξίσου αντιδρούν στον χαρακτηρισμό που τους αποδίδω.

Συνεχίζω...Υποστηρίζουν ότι κάθε φόνος είναι φόνος και ότι δεν χρειάζονται διακρίσεις. Σε ένα επίπεδο έχουν δίκιο με την εξής λογική και μόνο, οτι η ανθρώπινη ζωή έχει την ίδια αξία ανεξάρτητα από το φύλο, το έθνος, το θρήσκευμα ή οποιοδήποτε χαρακτηριστικό.

Ο όρος "γυναικοκτονία" όμως δεν δημιουργήθηκε για να υποτιμήσει τα άλλα θύματα ανθρωποκτονιών. Δημιουργήθηκε για να περιγράψει ένα συγκεκριμένο κοινωνικό φαινόμενο, τη δολοφονία μιας γυναίκας ακριβώς επειδή είναι γυναίκα ή επειδή διεκδίκησε δικαιώματα που κάποιος θεώρησε πως σαν γυναίκα δεν πρέπει να έχει.

Στις περισσότερες γυναικοκτονίες ο δράστης δεν σκοτώνει έναν τυχαίο άνθρωπο. Σκοτώνει μια σύντροφο που τον εγκατέλειψε. Μια σύζυγο που ζήτησε διαζύγιο. Μια γυναίκα που αρνήθηκε να τον υπακούσει. Μια γυναίκα που θέλησε να ζήσει χωρίς αυτόν κλπ.

Δεν πρόκειται για έκρηξη θυμού,πρόκειται για την ακραία μορφή μιας λογικής κατοχής η οποία μετράει αιώνες αλλά στο 2026 δεν έχει πλέον θέση και χώρο. Και αυτό αδιαπραγματευτο, χωρίς ναι μεν αλλά.

Η ανθρώπινη ζωή δεν είναι ιδιοκτησία κανενός.

Ίσως η σημαντικότερη ηθική κατάκτηση του σύγχρονου κόσμου είναι η αναγνώριση ότι κανένας άνθρωπος δεν ανήκει σε κανέναν.

Τώρα το πώς ακόμα στην Ελλάδα πολλοί σύζυγοι πιστεύουν πως τους ανήκει η σύζυγος τους, δεν θα μπορέσω ποτέ να το καταλάβω. Ίσως επειδή δεν έχω το αίσθημα κατοχής απέναντι σε κανέναν.

Οπως ούτε τα παιδιά ανήκουν στους γονείς τους. Ούτε οι σύζυγοι ανήκουν ο ένας στον άλλον. Ούτε οι γυναίκες ανήκουν στους άνδρες. Ούτε οι άνθρωποι ανήκουν στις κοινότητες, στις φυλές ή στις θρησκείες τους.

Οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν αξία μόνο όταν είναι πηγαίες και ελεύθερες χωρίς έμμεσα ή άμεσα συμφέροντα και σκοπιμότητες.

Κι όμως, ένα μεγάλο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας στηρίχθηκε στην ακριβώς αντίθετη παραδοχή από την παραπάνω. Για αιώνες η γυναίκα θεωρούνταν περιουσιακό στοιχείο της οικογένειας. Προέκταση της οικογενειακής ηθικής. Η αξία της συνδεόταν με την αγνότητα, την υπακοή, τον γάμο και τη μητρότητα. Η προσωπικότητά της ερχόταν στην καλύτερη περίπτωση, δεύτερη.

Οι κοινωνίες όμως άλλαξαν. Οι νόμοι άλλαξαν αλλά και πάλι χρειάζεται αλλαγή και προσαρμογή στις ανάγκες του σήμερα και φυσικά η νοοτροπία δυστυχώς δεν αλλάζει με την επιθυμητή ταχύτητα.

Εδώ υπάρχει κάτι που μου αρέσει να το ονομάζω,"Το λάθος των γονιών".

Οι περισσότεροι γονείς αγαπούν τα παιδιά τους. Αυτό δεν αμφισβητείται.

Υπάρχει όμως μια μορφή αγάπης που μετατρέπεται κυρίως σε έλεγχο και έχει μια επικίνδυνη προέκταση που λέγεται, άσκηση εξουσίας.

Είναι η αγάπη που λέει "Ξέρω καλύτερα από εσένα τι είναι καλό για σένα." Και αυτό μέχρι μια ηλικία είναι κατανοητό.

Είναι όμως αυτή η αγάπη που φοβάται τόσο πολύ τον κόσμο ώστε τελικά καταλήγει να φυλακίζει το ίδιο το παιδί.

Όταν ένας γονιός δεν επιτρέπει στην ενήλικη κόρη του να πάρει αποφάσεις για τη ζωή της, δεν την προστατεύει από τους κινδύνους της ελευθερίας. Την στερεί από την ίδια τη δυνατότητα να γίνει ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος.

Η ενηλικίωση βλέπετε δεν είναι απουσία κινδύνου. Είναι ανάληψη προσωπικής ευθύνης.

Και επειδή επίσης συχνά ακούω, "αν δεν είσαι γονιός δεν ξέρεις πώς είναι", σκέφτομαι το αφοριστικό για πολλούς, αν δεν μπορείτε να αντέξετε τη σημερινή κοινωνία, πρώτον μην κάνετε παιδιά στη σημερινή κοινωνία, δεύτερον ελάτε να αλλάξουμε τον εαυτό μας και την κοινωνία ώστε να μπορέσουμε κάποια στιγμή να μεγαλώσουμε ασφαλή παιδιά. 

Μέσα σε όλα τα παραπάνω, τεράστιο ρόλο διαδραματίζει πάντα η θρησκεία και η παράδοση.

Η συζήτηση αυτή συχνά γίνεται ιδιαίτερα δύσκολη και καμιά φορά άβολη επειδή αγγίζει το θέμα της θρησκείας.

Καμία μεγάλη θρησκεία διαπιστώνω ,δεν είναι μονοσήμαντη. Μέσα σε όλες υπάρχουν παραδόσεις αγάπης, αλληλεγγύης και σεβασμού. Υπάρχουν όμως δυστυχώς και ερμηνείες ανθρώπων που ιστορικά συνέβαλαν στη διατήρηση των πατριαρχικών δομών.

Δεν είναι τυχαίο ότι στις περισσότερες κοινωνίες του κόσμου, χριστιανικές, μουσουλμανικές, εβραϊκές, ινδουιστικές ή άλλες , οι θρησκευτικοί θεσμοί οργανώθηκαν για αιώνες γύρω και μόνο από την ανδρική εξουσία.

Το πρόβλημα εδώ δεν ήταν ούτε είναι η πίστη.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η πίστη χρησιμοποιείται ως επιχείρημα ή άλλοθι για να στερήσει ελευθερίες από άλλους ανθρώπους ή ομάδες ανθρώπων.

Όταν η υπακοή θεωρείται αρετή μόνο για τις γυναίκες. Όταν η σεμνότητα επιβάλλεται μόνο στις γυναίκες. Όταν η τιμή της οικογένειας φορτώνεται σχεδόν αποκλειστικά στις γυναίκες. Τότε η θρησκεία παύει να λειτουργεί ως πνευματικός δρόμος και μετατρέπεται σε έναν απλό και εκβιαστικό μηχανισμό κοινωνικού ελέγχου.

Μέσα από όλα αυτά και πολλά ακόμα που περνάνε αστραπιαία από το νου μου χωρίς να προλάβω να τα καταγράψω, σκέφτομαι ότι κανείς δεν γεννιέται γυναικοκτόνος.

Ας γίνω πιο σαφής, ο γυναικοκτόνος είναι εγκληματίας, χωρίς ναι μεν αλλά. Η ευθύνη της πράξης του είναι αποκλειστικά και μόνο δική του.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι εμφανίστηκε από το πουθενά από τη μια στιγμή στην άλλη.

Κανένα παιδί δεν γεννιέται πιστεύοντας ότι έχει κάποιο δικαίωμα πάνω στη ζωή ενός άλλου ανθρώπου.Αυτές οι ιδέες όμως καλλιεργούνται μέρα με τη μέρα.

Καλλιεργούνται όταν η ζήλια παρουσιάζεται ως απόδειξη αγάπης. Όταν ο έλεγχος βαφτίζεται ενδιαφέρον. Όταν η κτητικότητα θεωρείται ρομαντική. Όταν ο άνδρας μαθαίνει ότι η αξία του εξαρτάται από την κυριαρχία του. Όταν η γυναίκα μαθαίνει ότι πρέπει να ανέχεται.

"Καλά η γυναίκα σου έχει ξεφύγει, δεν μπορείς να την κάνεις κουμάντο!" Το έχω ακούσει, πρόσφατα, από γυναίκα σε άνδρα και απλά το αφήνω εδώ.

Οι περισσότερες γυναικοκτονίες δεν είναι, αυτό το αδιανόητα σιχαμενο σαν έκφραση, "εγκλήματα πάθους".

Ο δράστης μιας γυναικοκτονίας δεν σκοτώνει επειδή αγαπά υπερβολικά. Δεν σκοτώνει επειδή θόλωσε. Δεν σκοτώνει επειδή δεν άντεξε τον πόνο του χωρισμού. Αυτές είναι εξηγήσεις που συχνά απλά και μόνο συγκαλύπτουν την πραγματική φύση του εγκλήματος.

Στην ουσία, ο δράστης θεωρεί ότι η απειθαρχία της γυναίκας απέναντι σε κάτι που ο ίδιος ορίζει πρέπει να τιμωρηθεί. Η γυναίκα αποφασίζει να φύγει, να αρνηθεί, να αντισταθεί, να αυτονομηθεί, να πάψει να υπακούει και εκείνος θεωρεί ότι έχει το δικαίωμα να επιβάλει την έσχατη ποινή.

Πρόκειται για μια αντίληψη που φυσικά δεν γεννιέται τη στιγμή του εγκλήματος. Βρίσκεται ήδη εκεί, κρυμμένη πίσω από την κτητικότητα, τον έλεγχο, τη ζήλια, την πεποίθηση ότι ένας άνθρωπος μπορεί να έχει εξουσία πάνω στη ζωή ενός άλλου.

Έτσι πλέον με σιγουριά μιλάμε για εγκλήματα εξουσίας.

Και τελικά ας μου απαντήσει κάποιος, ποια είναι η αξία της γυναικείας ζωής;

Όταν μια γυναίκα δολοφονείται επειδή θέλησε να φύγει, να χωρίσει ή να ζήσει διαφορετικά, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι βαθιά και καθαρά πολιτικό,  ότι η ελευθερία της θεωρήθηκε λιγότερο σημαντική από την ανάγκη κάποιου άλλου να την κατέχει και να την ελέγχει. Και αυτό δεν είναι ούτε έρωτας,ούτε αγάπη.

Γι' αυτό το λογο η γυναικοκτονία αφορά όλους μας.

Επειδή όλοι σχετιζόμαστε.

Δεν αφορά μόνο τις γυναίκες. Δεν αφορά μόνο τους άνδρες. Δεν αφορά μόνο τους νόμους ή τα δικαστήρια.

Αφορά το πώς αντιλαμβανόμαστε οι άνθρωποι, την ανθρώπινη ύπαρξη.

Μια κοινωνία βλέπετε, κρίνεται από τον τρόπο που αντιμετωπίζει τους πιο ευάλωτους ανθρώπους της. Κρίνεται από το κατά πόσο αναγνωρίζει ότι κάθε άνθρωπος είναι ένας αυτόνομος κόσμος και όχι η προέκταση της οικογένειας, του συντρόφου, της κοινότητας ή της οποιαςιπαράδοσης.

Η ζωή μιας γυναίκας δεν είναι ούτε φορέας τιμής, ούτε είναι οικογενειακό κεφάλαιο, ούτε είναι σύμβολο.

Δεν είναι ιδιοκτησία.Είναι μια ανθρώπινη ζωή.

Αυτό θα έπρεπε να είναι αδιαπραγματευτο και αρκετό.

Κι όμως, αυτή η πιο θεμελιώδης ηθική αρχή κάθε πολιτισμένης κοινωνίας που είναι απλή και κατανοητή, ότι κανένας άνθρωπος δεν έχει δικαίωμα πάνω στη ζωή ενός άλλου ανθρώπου τίθεται υπό αμφισβήτηση από τα πεπραγμένα μας. Κανείς δεν μπορεί να δώσει ζωή, αυτό μου είχε πει η μητέρα μου όταν ήμουν πολύ μικρή και το θυμάμαι σαν χθες, άρα κανείς δεν μπορεί να αποφασίσει ότι δικαιούται να την αφαιρέσει.

 Η ανθρώπινη ζωή κανενός δεν είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης, ούτε προνόμιο που παραχωρείται υπό συγκεκριμένους όρους. Είναι μια αυταξία και όπως λένε, δίδεται άπαξ.

Αν αυτό δεν αποσαφηνιστεί από νωρίς στο νου και στη συνείδηση που σχηματίζει ένα παιδί, αν δεν γίνει θεμέλιο της ηθικής μας συγκρότησης, τότε φτάνουμε ως κοινωνία σε ένα επικίνδυνο σημείο που δεν απέχει πολύ από το σημερινό, να αναγκαζόμαστε εν έτει 2026 να συζητάμε τα αυτονόητα. Να διαπραγματευόμαστε τι είναι καλό και τι είναι κακό. Τι είναι σωστό και τι είναι λάθος. Αν μια γυναίκα έχει δικαίωμα να φύγει από μια σχέση. Αν έχει δικαίωμα να πει όχι. Αν έχει δικαίωμα να ορίσει η ίδια τη ζωή της.

Και ίσως εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της εποχής μας. Ζούμε αδιαπραγμάρευτα σε μια περίοδο πρωτοφανούς τεχνολογικής ανάπτυξης και πρόσβασης στη γνώση και θεσμικής κατοχύρωσης πολλών δικαιωμάτων. Όμως, πολλές φορές μοιάζει σαν να μην υπάρχει πλέον μια καθαρή και κοινά αποδεκτή διάκριση ανάμεσα στο σωστό και το λάθος. Σαν να συγχέεται η κατανόηση με τη δικαιολόγηση, η ερμηνεία με τη συγχώρεση, η εξήγηση με την άρση της ευθύνης.

Η κατανόηση των κοινωνικών, ψυχολογικών ή πολιτισμικών αιτίων της βίας είναι αναγκαία. Δεν πρέπει όμως ποτέ να είναι άλλοθι ή να μας κάνει να ξεχνούμε το ουσιώδες, ότι  καμία προσβολή, καμία απόρριψη, κανένας χωρισμός, καμία "ανυπακοή", καμία προσωπική αποτυχία δεν μπορεί να μετατρέψει τη δολοφονία σε κάτι άλλο πέρα από αυτό που είναι. Μια απάνθρωπη, ανήθικη, εγκληματική πράξη, που χαρακτηρίζει μόνο τον δολοφόνο. Όπου το θύμα είχε το ίδιο δικαίωμα στη ζωή, στην ελευθερία και στην αξιοπρέπεια με κάθε άλλον άνθρωπο.

X CivilA 



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Οι τόποι,οι άνθρωποι.

Οι τόποι,όλοι,είναι έρωτες και αυτός που είμαι τώρα είναι ο μεγαλύτερος(σε κάθε έρωτα αυτό λέμε).Και όμως πόσο αληθινό είναι αυτό?!Οι τόποι σαν νέοι στη ζωή μας άνθρωποι μας υποδέχονται και μας προσφέρουν εμπειρίες,καθένας τόσο μοναδικός,τόσο προσωπικά ωραίος.Άνθρωποι,τόποι,το ίδιο...έρωτες,αγάπες,μνήμες. xx Civil.A

Πριν Όλα Γίνουν Περιεχόμενο•

 ~Το βασίλειό μου για λίγο αργό ίντερνετ~ Υπάρχουν στιγμές που ανοίγω τα social media και αναρωτιέμαι πότε ακριβώς το ίντερνετ σταμάτησε να είναι εξερεύνηση και έγινε θόρυβος. Υπάρχουν μέρες που ανοίγω τα social media και νιώθω σαν να μπήκα κατά λάθος σε ένα τεράστιο δωμάτιο όπου όλοι μιλάνε ταυτόχρονα, όλοι χορεύουν, όλοι δείχνουν κάτι , και κανείς δεν φαίνεται πραγματικά να ακούει. Κάποτε αυτό το δωμάτιο ήταν μικρότερο. Και είχε και μια κάποια γοητεία μιας και στοχευμένα σε επέλεγαν, δεν εμφανιζοσουν τυχαία σε μια ροή,δεν σε επέβαλε κάποιο trend ή ένας αλγόριθμος. Τότε που ξεκινούσε όλη αυτή η ιστορία του διαδικτύου, υπήρχε μια περίεργη έξαψη. Ένα αίσθημα ότι εξερευνούσαμε κάτι άγνωστο. Σαν να ανοίγεις μια πόρτα σε μια πόλη που δεν υπάρχει ακόμη στον χάρτη. Τα blogs ήταν μικρά δωμάτια μέσα σε αυτή την πόλη. Ο καθένας έβαζε μέσα τις σκέψεις του, τις εμμονές του, τις ιστορίες του. Δεν υπήρχαν αλγόριθμοι που σου φώναζαν «πιο γρήγορα», «πιο πολύ», «πιο θορυβώδη». Υπήρχε απλώς η επιθυ...

Joan Miro

Καταλανός ζωγράφος και γλύπτης, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους υπερρεαλιστές  καλλιτέχνες του 20ου   αιώνα . Γεννήθηκε το 1893  στην Βαρκελώνη  και σε ηλικία 14 ετών φοίτησε στην Εμπορική Σχολή, αν και παράλληλα παρακολουθούσε κρυφά μαθήματα στην Σχολή Καλών Τεχνών και αργότερα στην Ακαδημία  Galí  μέχρι το 1915 . Το 1920  μετακόμισε στο Παρίσι  όπου συμμετείχε στους καλλιτεχνικούς κύκλους της Μονμάρτης  και γνωρίστηκε αρχικά με το κίνημα του ντανταϊσμού  και αργότερα με τους υπερρεαλιστές , κάτω από την επίδραση των οποίων άρχισε να διαμορφώνει ένα ιδιαίτερο και προσωπικό ύφος στη ζωγραφική του. Ο μεγαλύτερος ίσως θεωρητικός του υπερρεαλισμού και ένα από τα ηγετικά στελέχη του, ο Αντρέ Μπρετόν , αναφερόμενος στον Μιρό δήλωσε πως  "είναι ο περισσότερο σουρεαλιστής από όλους" . Το 1921  πραγματοποιήθηκε η πρώτη ατομική του έκθεση στο Παρίσι, ενώ περίπου δέκα χρόνια αργότερα, η πρώτη ατομική του έκθεση...