Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

The House of Cavalli||From Roberto to Fausto Puglisi.

 ~Ο Fausto Puglisi δεν φοβάται την υπερβολή.

An English version of the article follows below.

Και αυτό, στην εποχή του quiet luxury, είναι σχεδόν μια μορφή ανυπακοής. Ενώ η μόδα πέρασε τα τελευταία χρόνια εξασκώντας την τέχνη του να μη φαίνεται , ουδέτερα χρώματα, ακριβές σιωπές, διακριτικά λογότυπα και μια ολόκληρη βιομηχανία που προσπαθεί να μας πείσει ότι το πραγματικό status δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ,ο Puglisi επιμένει να κάνει ακριβώς το αντίθετο. Να φαίνεται.

Πολύ.

Ο μαξιμαλισμός του δεν είναι απλώς πολλά χρώματα, πολλά υλικά, πολλή λάμψη, πολύ σώμα. Είναι μια συγκεκριμένη αντίληψη για την παρουσία. Η γυναίκα του Puglisi δεν μπαίνει στο ρούχο για να εξαφανιστεί μέσα σε αυτό. Μπαίνει για να υπάρξει περισσότερο. Να κινηθεί, να καταλάβει χώρο, να τραβήξει το βλέμμα, να απολαύσει την εικόνα της χωρίς να ζητήσει συγγνώμη γι' αυτήν.

Υπάρχει κάτι θεατρικό στη δουλειά του, όχι όμως με την έννοια του κοστουμιού. Περισσότερο με την έννοια της εισόδου στη σκηνή. Το ντύσιμο είναι η στιγμή πριν εμφανιστείς. Και το ρούχο, σε αυτή την περίπτωση, δεν είναι απλώς αυτό που φοράς. Είναι ο τρόπος με τον οποίο αποφασίζεις να εμφανιστείς.

Αυτό είναι που με ενδιαφέρει στον Puglisi.

Ο αισθησιασμός του δεν είναι παθητικός. Δεν είναι απλώς το «κοίτα πόσο sexy είναι αυτή η γυναίκα». Είναι μια γυναίκα που ξέρει ότι είναι παρούσα και χρησιμοποιεί την εικόνα της ως δύναμη. Υπάρχει διαφορά.

Κάπου εδώ, σχεδόν αναπόφευκτα, ο Puglisi συναντά τον Roberto Cavalli.

Όχι επειδή μοιάζουν αισθητικά. Δεν μοιάζουν ιδιαίτερα. Ο Puglisi έχει κάτι περισσότερο από τη θεατρικότητα της Μεσογείου και της pop κουλτούρας, ενώ ο Cavalli είχε μια πιο οργανική, αισθησιακή, σχεδόν ζωώδη σχέση με την ύλη. Ο ένας μπορεί να χτίσει την υπερβολή σαν σκηνικό. Ο άλλος την έκανε να μοιάζει σαν φυσική κατάσταση.

Αλλά καταλαβαίνουν το ίδιο πράγμα.

Ο Roberto Cavalli έδωσε εικόνα στην επιθυμία.

Της έδωσε δέρμα, animal print, χρυσό, διαφάνεια, denim, κίνηση, λάμψη. Της έδωσε σώμα. Και κυρίως της έδωσε το δικαίωμα να φαίνεται.

Ο Cavalli δεν ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για εκείνη την εκδοχή της κομψότητας που χρειάζεται απόσταση για να υπάρξει. Η γυναίκα του δεν ήταν υποχρεωμένη να είναι διακριτική για να θεωρηθεί κομψή. Μπορούσε να είναι υπερβολική, αισθησιακή, προκλητική, λαμπερή. Μπορούσε να μπει σε έναν χώρο και να ζητήσει ή μάλλον να επιβάλει, την προσοχή.

Εδώ, παρά τη διαφορετική τους αισθητική, υπάρχει μια συγγένεια και με τον Tom Ford. Ο Ford χτίζει τον αισθησιασμό με τον έλεγχο: καθαρή γραμμή, αυστηρή σιλουέτα, γυαλισμένη επιφάνεια, σχεδόν χειρουργική ακρίβεια. Ο Cavalli τον χτίζει με την υπερβολή, την υλικότητα, τη φύση. Διαφορετικές γλώσσες για μια παρόμοια εμμονή: το ρούχο ως εργαλείο επιθυμίας.

Και ίσως γι' αυτό ο Cavalli δεν είναι, τελικά, το animal print.

Το animal print είναι απλώς ένα από τα λεξιλόγιά του.

Το πραγματικό του λεξιλόγιο είναι η επιθυμία.

Αν το ξεχάσουμε αυτό, ο Cavalli γίνεται εύκολα καρικατούρα του εαυτού του, λεοπάρ, χρυσό, γυμνό δέρμα, λίγο ακόμη λεοπάρ και, κάπου ανάμεσα, μια γυναίκα που μοιάζει να έχει βγει από το 2003 και να ψάχνει το κινητό της.

Αν όμως θυμηθούμε τι βρισκόταν πίσω από όλα αυτά, τα πράγματα γίνονται πιο ενδιαφέροντα.

Σε αυτό εδώ αρχίζει η ιστορία της διαδοχής.

Ο Roberto Cavalli αποχώρησε από την ενεργό δημιουργική ηγεσία του οίκου πριν από τον θάνατό του, το 2024, και μετά από εκείνον πέρασαν από τη δημιουργική διεύθυνση διαφορετικοί σχεδιαστές, με τον Fausto Puglisi να αναλαμβάνει το 2020. Η πρόκληση δεν ήταν απλώς να συνεχίσει έναν επιτυχημένο οίκο. Ήταν να συνεχίσει έναν οίκο του οποίου η αισθητική ήταν τόσο στενά δεμένη με την προσωπικότητα του ιδρυτή του, ώστε το ένα σχεδόν είχε γίνει συνώνυμο του άλλου.

Και αυτό είναι ίσως το δυσκολότερο πράγμα που μπορεί να συμβεί σε έναν δημιουργικό οίκο.

Να έχεις ένα τόσο ισχυρό DNA, ώστε κάθε αλλαγή να μοιάζει προδοσία και κάθε επανάληψη αποτυχία.

Ο Puglisi δεν προσπάθησε, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, να γίνει Roberto Cavalli. Και ευτυχώς. Δεν υπάρχει τίποτα πιο θλιβερό στη μόδα από έναν νέο δημιουργό που περνά τη ζωή του μιμούμενος έναν νεκρό.

Αντίθετα, φαίνεται να κάνει κάτι πολύ πιο χρήσιμο, να ψάχνει πού συναντάται η δική του υπερβολή με την υπερβολή του Cavalli.

Στο Zancle, για την Άνοιξη/Καλοκαίρι 2025, επιστρέφει στη Μεσσήνη, στον δικό του τόπο, και μεταφέρει στη συλλογή τη θάλασσα, τα δίχτυα των ψαράδων, τα σχοινιά, τα χρώματα και τη μνήμη της Μεσογείου. Δεν αναπαριστά τον Cavalli. Κάνει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον: χρησιμοποιεί τη φύση όπως την είχε χρησιμοποιήσει ο Cavalli, αλλά περνά μέσα από αυτήν τον δικό του κόσμο.

Στο Pompeii Future, για το Φθινόπωρο/Χειμώνα 2025–26, πηγαίνει ακόμη πιο πίσω. Πομπηία, αρχαιότητα, τοιχογραφίες, λάβα, ίχνη χρόνου. Η ιστορία γίνεται επιφάνεια και η επιφάνεια γίνεται ξανά μόδα.

Και μετά έρχεται το Gold Obsession για την Άνοιξη/Καλοκαίρι 2026. Χρυσό, δέρμα, denim, φίδι, λάμψη, σώμα. Δηλαδή Cavalli. Αλλά όχι ακριβώς ο Cavalli που θυμόμαστε. Περισσότερο ο Cavalli που μπορεί να υπάρξει τώρα.

Αυτό είναι το σημείο που με ενδιαφέρει περισσότερο.

Γιατί ένας οίκος δεν επιβιώνει επειδή θυμάται τα σύμβολά του. Επιβιώνει όταν καταλαβαίνει γιατί τα δημιούργησε.

Το αρχείο δεν είναι μουσείο αλλά είναι λεξιλόγιο και υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα σε αυτά τα δύο.

Στο μουσείο προστατεύεις τις λέξεις από τη χρήση, στο λεξιλόγιο τις χρησιμοποιείς για να πεις κάτι που δεν έχει ειπωθεί ακόμη.

Ίσως λοιπόν αυτό που παρακολουθούμε στον σημερινό Cavalli να μην είναι απλώς ένα revival. Και αυτό είναι που με κάνει να τον κοιτάζω ξανά.

Προσωπικά, βλέπω μεγάλη επάνοδο του οίκου.

Όχι επειδή ο Puglisi αναπαράγει τον Cavalli, αλλά επειδή μοιάζει να έχει καταλάβει κάτι πιο δύσκολο,ότι το DNA ενός οίκου δεν βρίσκεται στα prints του, στα χρώματά του ή στα σύμβολά του. Βρίσκεται στην επιθυμία που γέννησε όλα αυτά και η επιθυμία, ευτυχώς, δεν βγαίνει ποτέ από τη μόδα.

Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που ο Cavalli μπορεί να επιστρέψει.

Όχι ως παρελθόν, αλλά ως υπενθύμιση ότι η μόδα μπορεί ακόμη να θέλει κάτι από εμάς.

Να μας κάνει να φαινόμαστε, να μας κάνει να αισθανόμαστε και, για λίγο, να μας κάνει να υπάρχουμε λίγο πιο δυνατά μέσα στο σώμα μας.

xo CivilA 


Fausto Puglisi is not afraid of excess.

And in the age of quiet luxury, that is almost an act of defiance. While fashion has spent the past few years practising the art of not being seen — neutral colours, expensive silences, discreet logos, and an entire industry trying to convince us that real status does not need to prove itself — Puglisi insists on doing exactly the opposite.

Being seen.

Very much so.

His maximalism is not simply about many colours, many materials, too much shine, too much body. It is a particular understanding of presence. The Puglisi woman does not step into clothing in order to disappear inside it. She steps into it to exist more. To move, occupy space, draw the eye, and enjoy her own image without apologising for it.

There is something theatrical about his work, though not in the sense of costume. More in the sense of entering a stage. Dressing is the moment before you appear. And clothing, in this case, is not simply what you wear. It is the way you decide to appear.

That is what interests me about Puglisi.

His sensuality is not passive. It is not simply, “Look how sexy this woman is.” It is a woman who knows that she is present and uses her image as a form of power.

There is a difference.

And somewhere here, almost inevitably, Puglisi meets Roberto Cavalli.

Not because they look alike aesthetically. They do not, particularly. Puglisi has more of the theatricality of the Mediterranean and pop culture, while Cavalli had a more organic, sensual, almost animal relationship with material. One can construct excess like a stage set. The other made it seem like a natural state of being.

But they understand the same thing.

Roberto Cavalli gave desire an image.

He gave it skin, animal print, gold, transparency, denim, movement, shine. He gave it a body. And above all, he gave it the right to be seen.

Cavalli was never particularly interested in that version of elegance that needs distance in order to exist. His woman did not have to be discreet in order to be considered elegant. She could be excessive, sensual, provocative, luminous. She could enter a room and demand — or rather, impose — attention.

And here, despite their very different aesthetics, there is also a kinship with Tom Ford. Ford constructs sensuality through control: a clean line, a precise silhouette, a polished surface, almost surgical precision. Cavalli constructs it through excess, materiality, nature. Different languages for a similar obsession: clothing as an instrument of desire.

And perhaps that is why Cavalli is not, ultimately, the animal print.

Animal print is simply one of his vocabularies.

His real vocabulary is desire.

If we forget that, Cavalli can easily become a caricature of himself: leopard print, gold, bare skin, a little more leopard print and, somewhere in between, a woman who looks as though she has stepped out of 2003 and is searching for her phone.

But if we remember what was behind all of it, things become much more interesting.

And this is where the story of succession begins.

Roberto Cavalli stepped away from the house’s active creative leadership before his death in 2024, and different designers subsequently passed through its creative direction, with Fausto Puglisi taking over in 2020. The challenge was not simply to continue a successful fashion house. It was to continue a house whose aesthetic was so closely bound to the personality of its founder that the two had almost become synonymous.

And that is perhaps the most difficult thing that can happen to a creative house.

To have such a powerful DNA that every change feels like betrayal and every repetition feels like failure.

Puglisi has not, at least so far, tried to become Roberto Cavalli. And thankfully so. There is nothing sadder in fashion than a new designer spending his life imitating a dead one.

Instead, he seems to be doing something far more useful: searching for the point where his own excess meets Cavalli’s excess.

In Zancle, for Spring/Summer 2025, he returns to Messina, his own place, bringing the sea, fishermen’s nets, ropes, colours and the memory of the Mediterranean into the collection. He does not reproduce Cavalli. He does something far more interesting: he uses nature as Cavalli once did, but passes it through his own world.

In Pompeii Future, for Fall/Winter 2025–26, he goes further back. Pompeii, antiquity, frescoes, lava, traces of time. History becomes surface, and surface becomes fashion again.

And then comes Gold Obsession for Spring/Summer 2026. Gold, leather, denim, snake, shine, body. In other words, Cavalli. But not quite the Cavalli we remember. More the Cavalli that can exist now.

This is the point that interests me most.

Because a fashion house does not survive by remembering its symbols. It survives when it understands why those symbols were created in the first place.

The archive is not a museum. It is a vocabulary.

And there is a huge difference.

In a museum, you protect words from use. In a vocabulary, you use them to say something that has not yet been said.

Perhaps, then, what we are witnessing in today’s Cavalli is not simply a revival. And that is what makes me look at it again.

Personally, I see a significant return of the house.

Not because Puglisi reproduces Cavalli. But because he seems to have understood something more difficult: that the DNA of a fashion house does not lie in its prints, its colours or its symbols. It lies in the desire that gave birth to all of them.

And desire, fortunately, never goes out of fashion.

Perhaps that is also why Cavalli can return.

Not as the past.

But as a reminder that fashion can still want something from us.

To make us visible.

To make us feel.

And, for a moment, to make us exist a little more intensely inside our bodies.

xo CivilA 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Πριν Όλα Γίνουν Περιεχόμενο•

 ~Το βασίλειό μου για λίγο αργό ίντερνετ~ Υπάρχουν στιγμές που ανοίγω τα social media και αναρωτιέμαι πότε ακριβώς το ίντερνετ σταμάτησε να είναι εξερεύνηση και έγινε θόρυβος. Υπάρχουν μέρες που ανοίγω τα social media και νιώθω σαν να μπήκα κατά λάθος σε ένα τεράστιο δωμάτιο όπου όλοι μιλάνε ταυτόχρονα, όλοι χορεύουν, όλοι δείχνουν κάτι , και κανείς δεν φαίνεται πραγματικά να ακούει. Κάποτε αυτό το δωμάτιο ήταν μικρότερο. Και είχε και μια κάποια γοητεία μιας και στοχευμένα σε επέλεγαν, δεν εμφανιζοσουν τυχαία σε μια ροή,δεν σε επέβαλε κάποιο trend ή ένας αλγόριθμος. Τότε που ξεκινούσε όλη αυτή η ιστορία του διαδικτύου, υπήρχε μια περίεργη έξαψη. Ένα αίσθημα ότι εξερευνούσαμε κάτι άγνωστο. Σαν να ανοίγεις μια πόρτα σε μια πόλη που δεν υπάρχει ακόμη στον χάρτη. Τα blogs ήταν μικρά δωμάτια μέσα σε αυτή την πόλη. Ο καθένας έβαζε μέσα τις σκέψεις του, τις εμμονές του, τις ιστορίες του. Δεν υπήρχαν αλγόριθμοι που σου φώναζαν «πιο γρήγορα», «πιο πολύ», «πιο θορυβώδη». Υπήρχε απλώς η επιθυ...

Οι τόποι,οι άνθρωποι.

Οι τόποι,όλοι,είναι έρωτες και αυτός που είμαι τώρα είναι ο μεγαλύτερος(σε κάθε έρωτα αυτό λέμε).Και όμως πόσο αληθινό είναι αυτό?!Οι τόποι σαν νέοι στη ζωή μας άνθρωποι μας υποδέχονται και μας προσφέρουν εμπειρίες,καθένας τόσο μοναδικός,τόσο προσωπικά ωραίος.Άνθρωποι,τόποι,το ίδιο...έρωτες,αγάπες,μνήμες. xx Civil.A

Το Πάσχα στο Σαμακώβ•

~Ή αλλιώς, οι τόποι που μας έφτιαξαν πριν προλάβουμε να το καταλάβουμε Δεν ξέρω αν αγαπώ το Πάσχα για αυτό που είναι. Ή για αυτό που κουβαλάει. Γεννήθηκα και μεγάλωσα, ίσως, στην πιο ιδιαίτερη γειτονιά της Ξάνθης, το ένδοξο Σαμακώβ. Από πολύ νωρίς ήξερα πού ακριβώς στέκομαι στο θέμα Θεός και πού στο θέμα θρησκεία. Το ανθρώπινο κομμάτι των παραπάνω δεν με απασχόλησε ποτέ πέρα από ελάχιστες φορές που είχα την τεράστια τύχη να συνομιλήσω με φωτισμένους ανθρώπους ή αδιανόητα αγαθούς και καλόκαρδους. Πάμε παρακάτω μιας και στο θέμα Θεός δεν επιθυμώ να πλατιαζω, κρίνω μικρή την ανθρώπινη αντίληψη για να συλλάβει την έννοια αυτή. Το Πάσχα δεν το έζησα σαν έννοια. Το έζησα σαν εμπειρία. Μεγάλωσα όμορφα σε μια μονοκατοικία σε ένα μεγάλο οικόπεδο με αμυγδαλιές, πασχαλιές και ένα σωρό άλλα δέντρα και φυτά. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε όλα αυτά, ήταν οι τριανταφυλλιές της γιαγιάς μου, της Σοφίας. Κατακόκκινες. Το θυμάμαι σαν να ήταν μια στιγμή πριν, οι συγκλονιστικές αυτές κόκκινες τριανταφυλλιές τη...