Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ο τρόμος της λευκής σελίδας||The Terror of the Blank Page.

An English version of the article follows below.

~Αυτός ο συγκλονιστικός τρόμος μπροστά στη λευκή σελίδα. Αυτή η έξαψη και η ανάγκη να αποδώσεις κάτι τέλειο πάνω της, γιατί, αν δεν είναι τέλειο, αν δεν είναι αρκετά καλό ώστε να ικανοποιήσει τις προσδοκίες των άλλων -εκείνων που έχουν χτίσει, χωρίς ίσως να το καταλάβουν, και τις δικές σου προσδοκίες από τον εαυτό σου- τότε μοιάζει σαν να χάλασες κάτι που δεν είχες το δικαίωμα να χαλάσεις. Σαν να χαράμισες χρόνο και σελίδα, σαν να μην προσπάθησες αρκετά, σαν να μην υπάρχει άλλη άσπρη σελίδα, σαν να τελείωσε ο χρόνος και αυτή ήταν η μοναδική σου ευκαιρία να αποδείξεις κάτι.

Και υπάρχει πάντα αυτό το "κάτι" που πρέπει να πετύχεις μέσα από τη δημιουργία. Δεν είναι αρκετό το ότι σε εκφράζει, δεν είναι αρκετό το ότι σου αρέσει, δεν είναι αρκετό ακόμη και το ότι, με έναν τρόπο σχεδόν μαγικό, σε θεραπεύει. Πρέπει να σημαίνει κάτι περισσότερο. Πρέπει να είναι σημαντικό, πρέπει να είναι συγκλονιστικό, πρέπει να έχει έναν λόγο ύπαρξης που να μπορεί να σταθεί και έξω από εσένα. Αλλιώς, γιατί να το κάνεις; Αν δεν πρόκειται να γίνει κάτι σπουδαίο, κάτι που θα αξίζει τον χρόνο που του αφιέρωσες, τότε γιατί να καθίσεις μπροστά στη σελίδα και να αρχίσεις;

Κι έτσι, η λευκή σελίδα παύει να είναι απλώς μια λευκή σελίδα. Γίνεται ένας ολόκληρος κόσμος προσδοκιών, ένας χώρος όπου πρέπει να αποδώσεις, να αποδείξεις, να πετύχεις. Στέκεσαι μπροστά της για ώρες και την κοιτάζεις, χωρίς να ξέρεις τι να γράψεις, τι να ζωγραφίσεις, τι να αφήσεις επάνω της, και όσο περνά η ώρα τόσο μεγαλώνει μέσα σου ο φόβος ότι, αν κάνεις την πρώτη κίνηση, θα κάνεις και το πρώτο λάθος.

Τότε όλο το κεφάλι σου γίνεται ένας πνιγερός όγκος. Έχει βάρος, πραγματικό βάρος, και το νιώθεις να κατεβαίνει προς τους ώμους σου, να τους πλακώνει, να σφίγγει τον λαιμό σου και να λυγίζει την πλάτη σου, σαν να σηκώνεις εκείνη τη στιγμή την ευθύνη ολόκληρου του πλανήτη. Και το μόνο που υπάρχει μπροστά σου είναι μια άσπρη σελίδα, πάνω στην οποία θα μπορούσες, αν το επέτρεπες στον εαυτό σου, να κάνεις απλώς μια μουτζούρα ,μια μουτζούρα που εσένα θα σε έκανε χαρούμενο.

Αλλά ούτε αυτό επιτρέπεται.

Γιατί πρέπει να είναι κάτι. Πρέπει να είναι κάτι σπουδαίο, κάτι που να αξίζει τον κόπο, κάτι που να έχει λόγο ύπαρξης, κάτι που να μπορείς να δείξεις και να πεις "γι’ αυτό άξιζε". Και κάπως έτσι, αυτό που ξεκίνησε ως ανάγκη έκφρασης μετατρέπεται σιγά-σιγά σε μια ακόμη απαίτηση από τον εαυτό σου. Η δημιουργία, αντί να είναι ένας χώρος ελευθερίας, γίνεται άλλη μία εξέταση στην οποία πρέπει να περάσεις.

Υπάρχει κάτι ακόμη πιο παράξενο μέσα σε όλο αυτό,δεν φοβάσαι μόνο μήπως αποτύχεις. Φοβάσαι να αρχίσεις. Φοβάσαι την ίδια την πιθανότητα να δημιουργήσεις κάτι για σένα και να αποδειχθεί λάθος. Να έχεις μπροστά σου έναν ολόκληρο χώρο ελεύθερο και, αντί να μπεις μέσα του, να μείνεις στην άκρη και να τον κοιτάζεις. Να θέλεις τόσο πολύ να πεις κάτι και ταυτόχρονα να φοβάσαι ότι, μόλις το πεις, δεν θα είναι αρκετό.

Κοιτάς την άσπρη σελίδα και σχεδόν νιώθεις ότι σε προκαλεί να μην την ακουμπήσεις, γιατί αν την αγγίξεις θα τη λερώσεις. Μην γράψεις, θα είναι λάθος. Μην ζωγραφίσεις, δεν θα είναι αρκετό. Άφησέ την όπως είναι, καθαρή, άθικτη, τέλεια. Όσο παραμένει λευκή, τίποτα δεν έχει πάει στραβά. Δεν υπάρχει κακό κείμενο, δεν υπάρχει κακός πίνακας, δεν υπάρχει αποτυχία. Υπάρχει μόνο η πιθανότητα του τέλειου, επειδή το τέλειο δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί.

Και τότε ένα ψυχρό ποτάμι κυλάει στη ραχοκοκαλιά σου. Είναι αυτή η παγομάρα μπροστά στην πιθανότητα να δημιουργήσεις κάτι για σένα και να μην το κάνεις, να αφήσεις κάτι που υπάρχει μέσα σου να μείνει εκεί επειδή φοβάσαι πως, αν το βγάλεις έξω, δεν θα μοιάζει με αυτό που είχες φανταστεί κι όσο περισσότερο περιμένεις την τέλεια στιγμή, την τέλεια ιδέα, την τέλεια πρώτη φράση, τόσο περισσότερο παγώνεις.

Κάπου εκεί η δημιουργία έχει γίνει το αντίθετο από αυτό που θα έπρεπε να είναι. Αντί για ελευθερία, γίνεται ευθύνη, αντί για παιχνίδι, γίνεται δοκιμασία,  αντί για καταφύγιο, γίνεται ένας ακόμη χώρος όπου πρέπει να αποδείξεις την αξία σου. Και ίσως αυτό να είναι το πιο σκληρό κομμάτι, γιατί μπορεί να ξεκίνησες να γράφεις, να ζωγραφίζεις ή να δημιουργείς επειδή αυτό σε έκανε χαρούμενο, επειδή εκεί μπορούσες να αναπνεύσεις, επειδή υπήρχε κάτι μέσα σου που ήθελε να βγει.

Ξαφνικά ζητάς από αυτό το κάτι να δικαιολογήσει την ύπαρξή του, να γίνει έργο, επιτυχία, κάτι σημαντικό, κάτι που θα έχει αξία και για τους άλλους και τότε δεν δημιουργείς πια, εξηγείς, απολογείσαι.

Υστερα, κάποια στιγμή, κάτι σπάει. Δεν ξέρω αν είναι η κούραση ή αν απλώς κουράζεσαι να φοβάσαι, αν βαριέσαι να περιμένεις από τον εαυτό σου να κάνει κάτι τέλειο ή αν, κάποια στιγμή, αποφασίζεις απλώς ότι δεν σε νοιάζει πια. Δεν σε νοιάζει πόσες λευκές σελίδες θα μουτζουρώσεις, δεν σε νοιάζει πόσος χρόνος θα πάει χαμένος, δεν σε νοιάζει αν αυτό που θα γράψεις θα είναι καλό, αν αυτό που θα ζωγραφίσεις θα γίνει ποτέ πίνακας ή αν θα το δει κανείς.

Τότεκαι μόνο, ακουμπάς τη σελίδα.

Κάνεις μια γραμμή, μετά μια δεύτερη, ύστερα μια τρίτη, και κάπου ανάμεσα σε αυτές τις γραμμές κάνεις μια μουτζούρα. Και ξαφνικά δεν έχει σημασία. Γιατί η μουτζούρα αυτή είναι δική σου και, το σημαντικότερο, σε κάνει χαρούμενο. Μπορεί να μην χρειάζεται να γίνει τίποτα άλλο. Μπορεί να μη χρειάζεται να σημαίνει κάτι περισσότερο. Μπορεί να μην είναι παρά μια μικρή στιγμή μέσα σε μια μέρα που απλώς σου έκανε καλό.

Όλα γίνονται λίγο καλύτερα, πιο αναπαυτικά, λίγο πιο ζεστά. Το κεφάλι ελαφραίνει, οι ώμοι κατεβαίνουν, ο λαιμός ξεσφίγγει και η πλάτη σταματά να λυγίζει κάτω από εκείνο το αόρατο βάρος. Το ψυχρό ποτάμι στη ραχοκοκαλιά σταματά και, για πρώτη φορά μετά από ώρα, μπορείς να αναπνεύσεις χωρίς να αισθάνεσαι ότι πρέπει να αποδείξεις κάτι.

Δεν έχεις πετύχει τίποτα κι όμως έχει συμβεί κάτι πολύ σημαντικό, έχεις απελευθερωθεί από την ανάγκη να πετύχεις. Εκεί να βρίσκεται ένα μεγάλο μέρος της ελευθερίας της δημιουργίας. Στο να μπορείς να δημιουργείς χωρίς να χρειάζεται να αποδείξεις ότι άξιζε που δημιούργησες. Στο να αφήνεις τη σελίδα να λερωθεί, να αφήνεις τον εαυτό σου να αποτύχει, να αφήνεις κάτι να είναι μικρό, ασήμαντο, ατελές, χωρίς να απαιτείς από αυτό να γίνει κάτι περισσότερο μόνο και μόνο για να δικαιολογήσει τον χρόνο που του χάρισες.

Ίσως δεν χρειάζεται κάθε πράγμα που φτιάχνουμε να είναι συγκλονιστικό. Ίσως δεν χρειάζεται κάθε σκέψη να γίνει έργο, ούτε κάθε σελίδα να αξίζει τον χρόνο που της δώσαμε. Ίσως μερικές σελίδες επιτρέπεται απλώς να λερωθούν, να γεμίσουν με ανοησίες, με μισές σκέψεις, με λάθη και πράγματα που δεν θα χρησιμοποιήσουμε ποτέ. Ίσως επιτρέπεται να χαραμίσουμε μια σελίδα, να χαραμίσουμε δύο ώρες, να κάνουμε κάτι μόνο και μόνο επειδή εκείνη τη στιγμή μας έκανε λίγο πιο χαρούμενους.

Χωρίς σκοπό, χωρίς αποτέλεσμα, χωρίς κοινό. Ίσως χωρίς επιτυχία. Αποκλειστικά και μόνο  για εμάς.

Ξεχνάμε είναι πως η δημιουργία δεν χρειάζεται πάντα να παράγει κάτι. Μερικές φορές χρειάζεται απλώς να μας κρατήσει. Να πάρει αυτόν τον πνιγερό όγκο από το κεφάλι και να τον μεταφέρει κάπου αλλού, να τον κάνει γραμμή, χρώμα, λέξη, μουτζούρα. Να τον βγάλει από μέσα μας και να τον αφήσει πάνω σε μια επιφάνεια που μπορεί να τον αντέξει.

 Η λευκή σελίδα δεν μας ζητούσε ποτέ να είμαστε τέλειοι, ούτε να αλλάξουμε τον κόσμο, ούτε να αποδείξουμε κάτι. Ήταν απλώς εκεί, λευκή, ανοιχτή, διαθέσιμη, περιμένοντας να τη λερώσουμε.

Η δημιουργία λοιπόν μας προσφέρει έναν χώρο όπου μπορούμε να κάνουμε λάθος χωρίς να συμβαίνει τίποτα, έναν χώρο όπου μπορούμε να φτιάξουμε κάτι που δεν είναι τέλειο, έναν χώρο όπου μπορούμε ακόμη και να μην πετύχουμε απολύτως τίποτα και, παρ' όλα αυτά, να νιώσουμε λίγο καλύτερα.

X CivilA 



The Terror of the Blank Page.

There is something profoundly terrifying about standing before a blank page.

That surge of excitement, coupled with the desperate need to put something perfect upon it, because if it is not perfect, if it is not good enough to satisfy the expectations of others — those expectations that, somewhere along the way, have become your own expectations of yourself — then it feels as though you have ruined something you had no right to ruin. As though you have wasted your time and the page, as though you did not try hard enough, as though there is no other blank page waiting for you, as though time has run out and this was your one chance to prove something.

And there is always that something you are supposed to achieve through creating.

It is not enough that it expresses you. It is not enough that you like it. It is not even enough that, in some almost magical way, it heals you. It has to mean something more. It has to be important. It has to be extraordinary. It has to have a reason for existing that can stand outside of you.

Otherwise, why do it?

If it is not going to become something great, something worthy of the time you have given it, then why sit down in front of the page and begin?

And so the blank page ceases to be simply a blank page. It becomes an entire world of expectations, a space in which you have to perform, to prove yourself, to succeed. You sit in front of it for hours, staring at it, unable to decide what to write, what to paint, what to leave upon it, and the longer you wait, the more the fear grows inside you that, if you make the first move, you will also make the first mistake.

Then your entire head becomes a suffocating mass.

It has weight. Real weight.

You can feel it moving down into your shoulders, pressing them down, tightening your throat, bending your back, as though at that very moment you are carrying the responsibility of the entire planet.

And all that exists in front of you is a blank page.

A blank page on which you could, if you allowed yourself, simply make a scribble — a scribble that might make you happy.

But even that is not allowed.

Because it has to be something.

It has to be something important, something worthwhile, something that has a reason to exist, something you can show someone and say, this was worth it. And somehow, what began as a need for expression slowly turns into yet another demand you place upon yourself. Creation, instead of being a place of freedom, becomes another test you have to pass.

And there is something even stranger about all of this: you are not only afraid of failing.

You are afraid to begin.

You are afraid of the possibility of creating something for yourself and discovering that it is wrong. Of having an entire open space in front of you and, instead of stepping into it, remaining at its edge and staring at it. Of wanting so badly to say something and, at the same time, being afraid that the moment you say it, it will not be enough.

You look at the blank page and almost feel as though it is challenging you not to touch it, because the moment you do, you will stain it.

Don't write. It will be wrong.

Don't paint. It won't be enough.

Leave it as it is — clean, untouched, perfect.

As long as it remains blank, nothing has gone wrong. There is no bad writing, no bad painting, no failure. There is only the possibility of perfection, because perfection has not yet been tested.

And then a cold river runs down your spine.

It is that numbness in the face of the possibility of creating something for yourself — and not doing it. Of allowing something that exists inside you to remain there because you are afraid that, once you bring it out into the world, it will not resemble what you imagined.

And the longer you wait for the perfect moment, the perfect idea, the perfect first sentence, the more completely you freeze.

Somewhere along the way, creation has become the opposite of what it was supposed to be.

Instead of freedom, it becomes responsibility.

Instead of play, it becomes a test.

Instead of refuge, it becomes yet another place where you have to prove your worth.

And perhaps that is the cruelest part of it all, because you may have started writing, painting, or creating because it made you happy, because you could breathe there, because there was something inside you that wanted to come out.

And suddenly you are asking that something to justify its existence.

To become a work.

A success.

Something important.

Something that will have value for other people, too.

And then you are no longer creating.

You are defending yourself.

And then, at some point, something breaks.

I don't know whether it is exhaustion, or whether you simply become tired of being afraid. Perhaps you grow tired of waiting for yourself to make something perfect. Perhaps, at some point, you simply decide that you no longer care.

You no longer care how many blank pages you will scribble over. You no longer care how much time will be lost. You no longer care whether what you write will be good, whether what you paint will ever become a painting, or whether anyone will ever see it.

And then you touch the page.

You make one line, then another, then a third, and somewhere among those lines you make a scribble.

And suddenly, it doesn't matter.

Because that scribble is yours.

And, more importantly, it makes you happy.

Maybe it does not need to become anything else. Maybe it does not need to mean anything more. Maybe it can simply be a small moment in a day that, for no other reason, made you feel a little better.

And then everything becomes a little easier, more comfortable, a little warmer.

Your head feels lighter. Your shoulders drop. Your throat loosens. Your back stops bending beneath that invisible weight. The cold river running down your spine comes to a stop, and for the first time in a while, you can breathe without feeling that you have to prove something.

You have achieved nothing.

And yet, something important has happened.

You have freed yourself from the need to achieve.

Perhaps that is where much of the freedom of creation lies: in being able to create without having to prove that creating was worth it. In allowing the page to become messy, allowing yourself to fail, allowing something to be small, insignificant, imperfect, without demanding that it become something greater simply to justify the time you gave it.

Perhaps not everything we make needs to be extraordinary.

Perhaps not every thought needs to become a work of art, nor every page needs to be worth the time we spent on it.

Perhaps some pages are simply allowed to become messy, to fill with nonsense, half-formed thoughts, mistakes, and things we will never use.

Perhaps we are allowed to waste a page.

Perhaps we are allowed to waste two hours.

Perhaps we are allowed to do something simply because, in that moment, it made us a little happier.

Without purpose.

Without an outcome.

Without an audience.

Without success.

Just for ourselves.

Because perhaps what we forget is that creation does not always need to produce something.

Sometimes it simply needs to hold us.

To take that suffocating weight from our heads and carry it somewhere else, to turn it into a line, a colour, a word, a scribble. To take it out of us and leave it on a surface strong enough to hold it.

And perhaps that is when we understand that the blank page never asked us to be perfect.

It never asked us to change the world.

It never asked us to prove anything.

It was simply there — blank, open, available, waiting for us to stain it.

And perhaps that is the most generous thing creation can offer us: a space where we can make a mistake and nothing terrible happens; a space where we can make something imperfect; a space where we can even accomplish absolutely nothing and still, somehow, feel a little better.

A little lighter.

A little warmer.

A little freer.

And then, for the first time, the blank page no longer feels like terror.

It feels like space.

And finally, you can touch it.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Πριν Όλα Γίνουν Περιεχόμενο•

 ~Το βασίλειό μου για λίγο αργό ίντερνετ~ Υπάρχουν στιγμές που ανοίγω τα social media και αναρωτιέμαι πότε ακριβώς το ίντερνετ σταμάτησε να είναι εξερεύνηση και έγινε θόρυβος. Υπάρχουν μέρες που ανοίγω τα social media και νιώθω σαν να μπήκα κατά λάθος σε ένα τεράστιο δωμάτιο όπου όλοι μιλάνε ταυτόχρονα, όλοι χορεύουν, όλοι δείχνουν κάτι , και κανείς δεν φαίνεται πραγματικά να ακούει. Κάποτε αυτό το δωμάτιο ήταν μικρότερο. Και είχε και μια κάποια γοητεία μιας και στοχευμένα σε επέλεγαν, δεν εμφανιζοσουν τυχαία σε μια ροή,δεν σε επέβαλε κάποιο trend ή ένας αλγόριθμος. Τότε που ξεκινούσε όλη αυτή η ιστορία του διαδικτύου, υπήρχε μια περίεργη έξαψη. Ένα αίσθημα ότι εξερευνούσαμε κάτι άγνωστο. Σαν να ανοίγεις μια πόρτα σε μια πόλη που δεν υπάρχει ακόμη στον χάρτη. Τα blogs ήταν μικρά δωμάτια μέσα σε αυτή την πόλη. Ο καθένας έβαζε μέσα τις σκέψεις του, τις εμμονές του, τις ιστορίες του. Δεν υπήρχαν αλγόριθμοι που σου φώναζαν «πιο γρήγορα», «πιο πολύ», «πιο θορυβώδη». Υπήρχε απλώς η επιθυ...

Οι τόποι,οι άνθρωποι.

Οι τόποι,όλοι,είναι έρωτες και αυτός που είμαι τώρα είναι ο μεγαλύτερος(σε κάθε έρωτα αυτό λέμε).Και όμως πόσο αληθινό είναι αυτό?!Οι τόποι σαν νέοι στη ζωή μας άνθρωποι μας υποδέχονται και μας προσφέρουν εμπειρίες,καθένας τόσο μοναδικός,τόσο προσωπικά ωραίος.Άνθρωποι,τόποι,το ίδιο...έρωτες,αγάπες,μνήμες. xx Civil.A

Το Πάσχα στο Σαμακώβ•

~Ή αλλιώς, οι τόποι που μας έφτιαξαν πριν προλάβουμε να το καταλάβουμε Δεν ξέρω αν αγαπώ το Πάσχα για αυτό που είναι. Ή για αυτό που κουβαλάει. Γεννήθηκα και μεγάλωσα, ίσως, στην πιο ιδιαίτερη γειτονιά της Ξάνθης, το ένδοξο Σαμακώβ. Από πολύ νωρίς ήξερα πού ακριβώς στέκομαι στο θέμα Θεός και πού στο θέμα θρησκεία. Το ανθρώπινο κομμάτι των παραπάνω δεν με απασχόλησε ποτέ πέρα από ελάχιστες φορές που είχα την τεράστια τύχη να συνομιλήσω με φωτισμένους ανθρώπους ή αδιανόητα αγαθούς και καλόκαρδους. Πάμε παρακάτω μιας και στο θέμα Θεός δεν επιθυμώ να πλατιαζω, κρίνω μικρή την ανθρώπινη αντίληψη για να συλλάβει την έννοια αυτή. Το Πάσχα δεν το έζησα σαν έννοια. Το έζησα σαν εμπειρία. Μεγάλωσα όμορφα σε μια μονοκατοικία σε ένα μεγάλο οικόπεδο με αμυγδαλιές, πασχαλιές και ένα σωρό άλλα δέντρα και φυτά. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε όλα αυτά, ήταν οι τριανταφυλλιές της γιαγιάς μου, της Σοφίας. Κατακόκκινες. Το θυμάμαι σαν να ήταν μια στιγμή πριν, οι συγκλονιστικές αυτές κόκκινες τριανταφυλλιές τη...