Η ζωή που ζούμε είναι σήμερα μια ζωή επιμελημένη μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Όμως για ποιον;
Υπάρχει κάτι ιδιαίτερα γοητευτικό στην εικόνα μιας ζωής που μοιάζει να έχει επιμεληθεί με προσοχή. Ειδικά για όσους μεγαλώσαμε κάπως απρόβλεπτα και χωρίς πλάνο, μια τέτοια ζωή είναι σαν να έχει προμελετημενες ακόμα και τις εκπλήξεις, θετικές ή αρνητικές.
Ένα σπίτι όπου κάθε αντικείμενο μοιάζει να βρίσκεται ακριβώς στη θέση που του αναλογεί ή μια ντουλάπα με συγκεκριμένη αισθητική κατεύθυνση και ένα βιβλίο τοποθετημένο δίπλα σε ένα ποτήρι κρασί ή καφέ (το κάνω και εγώ), ένα παλιό έπιπλο που συνομιλεί με ένα ή περισσότερα σύγχρονα έργα τέχνης, μια απόχρωση ενός χρώματος που επανέρχεται σχεδόν ανεπαίσθητα μέσα από τον προσωπικό χώρο μέχρι την όχι και τόσο τυχαία, επιλογή των ρούχων. Τίποτα δεν φωνάζει από όλα αυτά, όλα, όμως, μοιάζουν να λένε κάτι, μαρτυρούν κάτι.
A Highly Curated Life λοιπόν...
Η φράση περιγράφει μια ζωή που δεν αφήνεται εντελώς στην τύχη της και όχι με την απλή έννοια του, προγραμματίζω κάποια πράγματα. Μια ζωή στην οποία οι επιλογές δεν είναι απλώς επιλογές, αλλά κομμάτια του πώς θέλω να με περιγράψεις εσύ ως μάρτυρα, αν χρειαστεί.
Το ενδιαφέρον, ωστόσο, δεν βρίσκεται μόνο στην αισθητική της επιμέλειας αυτής. Βρίσκεται στην ανάγκη που γεννά την επιμέλεια, τον έλεγχο ως προς το αποτέλεσμα και, κυρίως, στον σκοπό που τελικά υπηρετούν όλα τα παραπάνω.
Γιατί άλλο είναι να διαμορφώνεις συνειδητά τη ζωή σου και άλλο να τη διαμορφώνεις έτσι ώστε να μπορεί να παρουσιαστεί.
Ας ξεκινήσουμε συμφωνώντας σε κάτι, η αισθητική είναι ένα προσωπικό αφήγημα του εαυτού μας. Είναι με έναν τρόπο μη λεκτικό, η προσωπική μας ιστορία.
Τι σημαίνει όμως αυτή η αγγλική λέξη που όλο και περισσότερο ακούγεται τα τελευταία χρόνια;
Η λέξη curated προέρχεται από τον κόσμο της επιμέλειας εκθέσεων. Ο επιμελητής δεν συγκεντρώνει απλώς αντικείμενα, έργα τέχνης. Επιλέγει, αποκλείει, τοποθετεί, συνδέει και δημιουργεί ένα συγκεκριμένο πλαίσιο μέσα στο οποίο κάθε αντικείμενο αποκτά ένα νόημα μεγαλύτερο από την ίδια την υλική του υπόσταση.
Όταν μεταφέρουμε αυτή τη λογική, αυτό το φίλτρο στην καθημερινότητα, η ζωή αρχίζει να λειτουργεί με παρόμοιους εκθεσιακούς όρους. Δεν επιλέγουμε απλώς τι θα φορέσουμε, αλλά ποια εκδοχή του εαυτού μας θέλουμε να εκφράσουμε και σε ποιο περιβάλλον. Δεν επιλέγουμε απλώς ένα αντικείμενο για το σπίτι, αλλά τη θέση που θα καταλάβει μέσα στην προσωπική ιστορία μας που δείχνουμε στους άλλους. Δεν επιλέγουμε απλώς πού θα ταξιδέψουμε, αλλά προαποφασίζουμε τι σημαίνει αυτό το ταξίδι για την εικονική ταυτότητά μας.
Οι επιλογές μας, όλες, αποκτούν συμβολική αξία. Ένα ρούχο μπορεί για παράδειγμα, να δηλώνει πολιτισμική αναφορά, ένα έπιπλο να υποδηλώνει εξοικείωση με την ιστορία του design, ένα βιβλίο να λειτουργεί ως ένδειξη ενδιαφερόντων και ευαισθησιών. Ακόμη και η απουσία μιας εμφανώς δημοφιλούς επιλογής μπορεί να αποτελεί δήλωση γούστου και στάση ζωής.
Η αισθητική παρατηρώ,δεν είναι πλέον μόνο αυτό που μας αρέσει. Σε αυτό το σημείο βρίσκεται μια μετατόπιση γιατί είναι παράλληλα και αυτό στο οποίο επιλέγουμε να μεταφραστεί η προτίμησή μας.
Με μια πρώτη ματιά δεν υπάρχει κάτι εγγενώς προβληματικό σε αυτή τη διαδικασία. Η συνειδητή επιλογή, η καλλιέργεια της αντίληψης και η ανάγκη να περιβάλλουμε τον εαυτό μας με πράγματα που μας εκφράζουν αποτελούν ουσιαστικές πτυχές της προσωπικής μας ζωής.
Η αισθητική μπορεί να είναι δηλαδή τρόπος και σημείο γνώσης, ευαισθησίας και αυτοπροσδιορισμού.
Το ερώτημα τίθεται όταν η αφήγηση μιας ιστορίας αποκτά μεγαλύτερη σημασία από την ίδια την εμπειρία.
Η σύγχρονη οπτική κουλτούρα των social media και η σαφής εμπορευματοποίηση της, έχει ενισχύσει την τάση να αντιλαμβανόμαστε τη ζωή μας ως κάτι που μπορεί να οργανωθεί, να πλαισιωθεί και να παρουσιαστεί υπό το πρίσμα του πώς επιθυμώ να με βλέπεις και όχι του πώς επιθυμώ να είμαι.
Οι ψηφιακές πλατφόρμες δεν δημιούργησαν την επιθυμία μας για κοινωνική αναγνώριση, αλλά της έδωσαν ένα σχεδόν αδιάκοπο πεδίο εφαρμογής, με επιδερμικά οφέλη, όπως η αστεία θεώρηση της αναγνωρισιμότητας και η ψευδαίσθηση αποκόμισης οφελών.
Πλέον, δεν αρκεί να ζούμε μια εμπειρία ή ακόμα χειρότερα, συχνά δεν μας γεμίζει αυτό. Μπορούμε να τη φωτογραφίσουμε, να την επεξεργαστούμε, να επιλέξουμε τη σωστή στιγμή για να τη δημοσιεύσουμε και να την εντάξουμε σε μια συνεκτική εικόνα του εαυτού μας και αν αποκτήσει το hype που θέλουμε, τότε ναι η εμπειρία μας αξιολογείται ως εποικοδομητική.
Η καθημερινότητα αποκτά έτσι μια δεύτερη διάσταση, εκτός από αυτό που είναι, γίνεται και αυτό που φαίνεται, με πολλαπλές ερμηνείες από πολλαπλά βλέμματα.
Για παράδειγμα το πρωινό φως στο τραπέζι, η συγκεκριμένη γωνία του δωματίου, η κούπα που ταιριάζει με το υπόλοιπο περιβάλλον, το σύνολο που μοιάζει ανεπιτήδευτο, η δημιουργία μιας συγκεκριμένης ατμόσφαιρας δηλαδή αν και έχουν προηγηθεί αρκετές επιλογές για να δημιουργηθεί, συχνά είναι επίπλαστη και λίγα μαρτυρά για την πραγματική υπόσταση του χαρακτήρα που βρίσκεται σε αυτό το περιβάλλον.
Είναι ακριβώς όπως και στην ενδυματολογία συγκεκριμένα, πώς ένα κοινωνικά αποδεκτό ένδυμα όπως το κουστούμι, που έχτισε την ιστορία του μέσα στους αιώνες, κρύβει τόσα εγκλήματα από κάτω.
Κάπως έτσι λοιπόν, η ζωή αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως ένα διαρκές έργο αυτοσκηνοθεσίας.
Εδώ βρίσκεται μια από τις πιο ενδιαφέρουσες αντιφάσεις της σύγχρονης αισθητικής, η ανεπιτήδευτη εικόνα μπορεί να απαιτεί εξαιρετικά επιτηδευμένη εργασία και όπως θα έλεγαν οι make up artists, το no makeup, απαιτεί πολύ make up.
Το δήθεν τυχαίο πρέπει να μοιάζει φυσικό και αυτό που φαίνεται χαλαρό πρέπει να είναι ελεγχόμενο. Η ατέλεια μπορεί να επιτρέπεται, αρκεί να είναι η κατάλληλη ατέλεια.
Μα υπάρχει αυτό; Το ανεπιτήδευτο να είναι απλά αυτό και όχι μια επιμελημένη κατάσταση;
Αυτή τη στιγμή που μιλάμε όχι και με μια επιφανειακή ανάγνωση θα πω πως προερχόμαστε από έντονα καταπιεσμένο περιβάλλον. Από το τι θα πει ο κόσμος, φτάσαμε στο τι θα δει ο κόσμος και ακριβώς σε αυτό το σημείο, κρυφτήκαμε ώστε να μη μας δουν όπως είμαστε γιατί φοβηθήκαμε ότι δεν θα μας αποδεχτούν. Πάνω σε αυτό χτίστηκε και όλο το marketing αυτής της δεκαετίας.
Η αυθεντικότητα, καταλαβαίνετε όλοι πως με αυτόν τον τρόπο, κινδυνεύει να μετατραπεί από βίωμα σε, αποκλειστικά, αισθητικό αποτέλεσμα.
Από τη ζωή του καθενός φυσικά και αντλούμε πληροφορίες, όπως για παράδειγμα το οικονομικό status.
Η επιμελημένη ζωή δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την οικονομική πολυτέλεια όμως. Μπορεί, βεβαίως, να απαιτεί πόρους, αλλά δεν εξαντλείται αποκλειστικά και μόνο σε αυτούς. Προϋποθέτει συχνά κάποια γνώση εφόσον γίνεται από επαγγελματίες, εξοικείωση με συγκεκριμένους πολιτισμικούς κώδικες και την ικανότητα να αναγνωρίζουμε την αξία πέρα από την άμεση εμπορική προβολή.
Ένα vintage σακάκι μπορεί να μας λέει περισσότερα από ότι ένα καινούργιο επώνυμο ένδυμα. Ένα αντικείμενο μαζικής παραγωγής για παράδειγμα, μπορεί να αποκτά ενδιαφέρον μέσα από έναν απροσδόκητο συνδυασμό. Ένα παλιό φωτιστικό μπορεί να είναι σημαντικό όχι επειδή είναι ακριβό, αλλά επειδή κάποιος αναγνωρίζει σε αυτό μια συγκεκριμένη μορφολογική ή ιστορική αξία ή το έχει συνδέσει με μια παρελθοντική, συλλογική μνήμη.
Το γούστο, λοιπόν, δεν είναι ένας αυτονόητος και ουδέτερος μηχανισμός, αλλά καλλιεργείται μέσα από εμπειρίες, εκπαίδευση, κοινωνικές συνθήκες και πολιτισμικές αναφορές. Οι επιλογές μας μπορούν να αποκαλύπτουν όχι μόνο τι μας αρέσει, αλλά και τους κώδικες μέσα από τους οποίους έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε αυτό που θεωρούμε αξιόλογο ή όχι.
Αυτό εξηγεί, εν μέρει, γιατί ορισμένες αισθητικές επιλογές λειτουργούν και ως σήματα κοινωνικής ταυτότητας. Δεν επικοινωνούν μόνο την κατοχή ενός αντικειμένου, αλλά και τη γνώση που υποτίθεται ότι συνοδεύει την επιλογή αυτού.
Η διακριτική πολυτέλεια, η νοσταλγία για αντικείμενα με συγκεκριμένη ιστορία, η προτίμηση σε ανεξάρτητους δημιουργούς ή η επιλεκτική απομάκρυνση από την ορατή, mainstream κατανάλωση μπορούν να λειτουργήσουν ως τρόποι διαφοροποίησης του ατόμου. Ακόμη και η απόρριψη του status μπορεί να μετατραπεί σε status διαφορετικής αντίληψης αλλά ίσης δυναμικής.
Το ζήτημα δεν είναι αν αυτές οι επιλογές είναι ειλικρινείς, μπορούν κάλλιστα να είναι.
Ο προβληματισμός είναι ότι η αισθητική μας δεν υπάρχει έξω από τον κοινωνικό κόσμο. Παράγει μεν νοήματα, δημιουργεί διακρίσεις και συμμετέχει στον τρόπο με τον οποίο τοποθετούμαστε απέναντι στους άλλους, όμως υπάρχει μόνο όταν είναι ορατή από τους άλλους με επιμέρους κέρδη;
Υπάρχει εδώ, μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αισθητική συνοχή και στην ανάγκη για απόλυτο έλεγχο.
Όταν γνωρίζουμε τι μας εκφράζει, οι επιλογές μας αποκτούν μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Όταν, αντίθετα, αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να παραμένουμε συνεπείς σε μια συγκεκριμένη εικόνα, η κατεύθυνση μπορεί να γίνει ένας τεράστιος περιορισμός και ένας δρόμος με αντιφάσεις.
Ας υποθέσουμε ότι έχουμε διαμορφώσει μια συγκεκριμένη προσωπική αισθητική. Έχουμε επιλέξει τις γραμμές, τα χρώματα, τις αναφορές και τα αντικείμενα που μας εκφράζουν καταλληλότερα.
Κάποια στιγμή, όμως, επιθυμούμε κάτι που δεν ταιριάζει σε αυτή την εικόνα. Ένα υπερβολικό ρούχο, ένα αντικείμενο που μοιάζει παράταιρο, μια εμπειρία που δεν θα μπορούσε να ενταχθεί στο αφήγημα που έχουμε δημιουργήσει.
Θα επιτρέψουμε στον εαυτό μας να το επιλέξει; Γιατί και ο εαυτός μας είναι γεμάτος αντιφάσεις.
Η απάντηση μπορεί να αποκαλύψει περισσότερα για τη σχέση μας με την αισθητική από όσα αποκαλύπτει η ίδια η επιλογή μας.
Αν η αισθητική λειτουργεί ως πεδίο εξερεύνησης, θα μας επιτρέψει να αλλάξουμε, να πειραματιστούμε, να αντιφάσκουμε. Αν λειτουργεί ως μηχανισμός επιβεβαίωσης μιας ήδη κατασκευασμένης και αποδεκτής ταυτότητας, θα μας ωθήσει να απορρίψουμε ό,τι απειλεί τη συνοχή της γιατί θα δημιουργήσει σύγχιση στο βλέμμα των άλλων.
Έτσι καταλαβαίνουμε ότι δεν επιλέγουμε πλέον ελεύθερα μέσα από το γούστο μας. Επιλέγουμε για να προστατεύσουμε την εικόνα που έχουμε δημιουργήσει γύρω από αυτό.
Η διαφορά είναι καθοριστική, τεράστια και ουσιαστική.
Ο άνθρωπος βλέπετε δεν είναι ποτέ μια στατική σύνθεση εκτός και αν το επιλέξει . Μεταβάλλεται, δοκιμάζεται, απομακρύνεται από προηγούμενες πεποιθήσεις, ανακαλύπτει καινούργιες επιθυμίες.
Έχει δικαίωμα να είναι αντιφατικός, να αλλάζει γνώμη, να αγαπά ταυτόχρονα πράγματα που δεν συνδέονται μεταξύ τους.
Μια ζωή υπερβολικά επιμελημένη κινδυνεύει να μην αφήνει χώρο για αυτή τη μεταβολή και κατ'επεκταση για εξέλιξη.
Όχι επειδή η επιμέλεια είναι εχθρός της ελευθερίας, αλλά επειδή η ανάγκη να διατηρηθεί μια εικόνα μπορεί να γίνει ισχυρότερη από την επιθυμία να ανακαλύψουμε ποιοι μπορούμε να γίνουμε, μια και η ζωή δεν είναι moodboard.
Ένα moodboard μπορεί να οργανώσει χρώματα, υφές, σχήματα και αναφορές. Μπορεί να προτείνει μια ατμόσφαιρα και να μας βοηθήσει να οραματιστούμε κάτι που δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί. Είναι ένα εργαλείο επιλογής και σύνθεσης.
Και εδώ βρίσκεται η σύγχυση ανάμεσα στην αισθητική συνοχή και στην πληρότητα της εμπειρίας.
Η ζωή, όμως ξαναλέω, δεν είναι moodboard.
Δεν χρειάζεται κάθε εμπειρία να συνδέεται με την προηγούμενη, ούτε χρειάζεται κάθε αντικείμενο να υπηρετεί μια ενιαία αισθητική κατεύθυνση. Δεν χρειάζεται κάθε στιγμή να είναι φωτογενής, κάθε συνάντηση να έχει αφηγηματική αξία ή κάθε περίοδος της ζωής μας να παράγει μια αναγνωρίσιμη εικόνα.
Και φυσικά δε χρειάζεται πάντα να υπάρχει ένας μάρτυρας να μας λέει, σε αναγνωρίζω.
Υπάρχουν στιγμές που η ακαταστασία είναι απλώς ακαταστασία. Που ένα ρούχο δεν ταιριάζει με τίποτα άλλο στην ντουλάπα. Που μια εμπειρία δεν μπορεί, όπως είναι φυσικό , να μεταφερθεί σε μια φωτογραφία χωρίς να χάσει κάτι από αυτό που την έκανε σημαντική.
Υπάρχουν, επίσης, πράγματα που αγαπάμε χωρίς να ξέρουμε ακριβώς γιατί. Επιθυμίες που δεν συνάδουν με όσα πιστεύαμε μέχρι χθες και επιλογές που δεν θα μπορούσαμε να αιτιολογήσουμε με όρους αισθητικής συνέπειας.
Αυτό δεν αποτελεί αποτυχία της επιμέλειας, αλλά είναι μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας.
Η αισθητική έχει αξία όταν μας βοηθά να παρατηρούμε περισσότερο, να επιλέγουμε με μεγαλύτερη συνείδηση και να αναγνωρίζουμε ποιότητες που διαφορετικά ίσως και να μας διέφευγαν. Χάνει έτσι, η αισθητική, κάτι από τη δύναμή της όταν μετατρέπεται σε σύστημα κανόνων που καθορίζει εκ των προτέρων τι επιτρέπεται να αγαπήσουμε ώστε να έχουμε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα.
Ας πάμε τώρα, χρησιμοποιώντας μια ακόμα παρεξηγημένη λέξη στην πολυτέλεια του μη επιμελημένου.
Δεν θα ήθελα σαφώς να καταλήξω στην εύκολη εξιδανίκευση του αυθόρμητου, σαν κάθε σχεδιασμός να είναι ύποπτος και κάθε ακατέργαστη κατάσταση να είναι αυτομάτως αυθεντική.
Όπως ανέφερα και πριν, η ακαταστασία μπορεί να γίνει αισθητικό ύφος και η ατέλεια μπορεί να γίνει εμπορικό προϊόν και η απόρριψη της επιμέλειας μπορεί να μετατραπεί σε μια διαφορετική, εξίσου αυστηρή αισθητική επιταγή.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να σταματήσουμε να επιμελούμαστε τη ζωή μας, αλλά να αναρωτηθούμε τι ακριβώς επιμελούμαστε και για ποιο λόγο. Ποιος είναι ο σκοπός;
Επιλέγουμε τα πράγματα που μας περιβάλλουν επειδή τα αγαπάμε ή επειδή ενισχύουν την εικόνα που θέλουμε να προβάλλουμε; Καλλιεργούμε το γούστο μας για να διευρύνουμε την αντίληψή μας ή για να επιβεβαιώνουμε διαρκώς ότι ανήκουμε σε μια συγκεκριμένη αισθητική κατηγορία; Θέλουμε μια ζωή που να μας εκφράζει ή μια ζωή που να μπορεί να αναγνωριστεί από τους άλλους ως η ζωή που επιθυμούμε εμείς αλλά και αυτοί να έχουμε;
Οι απαντήσεις δεν είναι πάντα ξεκάθαρες, αλλά δεν χρειάζεται να είναι.
Μια πραγματικά καλλιεργημένη αισθητική δεν απαιτεί από εμάς να είμαστε διαρκώς συνεπείς με την εικόνα μας. Ίσως πάλι, να μας επιτρέπει να αναγνωρίζουμε την ομορφιά ακόμη και όταν αυτή εμφανίζεται έξω από τα όρια των προτιμήσεών μας. Να αλλάζουμε χωρίς να αισθανόμαστε ότι προδίδουμε τον εαυτό μας και να διατηρούμε την ικανότητα να εκπλησσόμαστε και να εκπλήσσουμε.
Μια Highly Curated Life μπορεί να είναι μια ζωή γεμάτη φροντίδα, πρόθεση και ουσιαστικές επιλογές. Μπορεί, όμως, να γίνει και μια ζωή στην οποία κάθε τι πρέπει να δικαιολογεί την παρουσία του μέσα σε μια προσεκτικά κατασκευασμένη εικόνα έτοιμη προς κατανάλωση.
Η διαφορά βρίσκεται στο αν η επιμέλεια υπηρετεί τη ζωή ή αν η ζωή έχει αρχίσει να υπηρετεί την επιμέλεια.
Όσο κι αν μας γοητεύει η ιδέα ότι μπορούμε να συνθέσουμε τον εαυτό μας όπως συνθέτουμε μια έκθεση, δεν είμαστε μόνο όσα επιλέγουμε να παρουσιάσουμε. Είμαστε και όσα δεν έχουμε ακόμη καταλάβει, όσα δεν ταιριάζουν μεταξύ τους, όλα όσα αλλάζουν χωρίς καμία προειδοποίηση.
Ισως πάλι σκέφτομαι, η μεγαλύτερη ελευθερία να μην είναι να έχουμε επιμεληθεί τα πάντα.
Ίσως είναι να μπορούμε, ανά πάσα στιγμή, να τα ανατρέψουμε , να τα εγκαταλείψουμε και να τα αφήσουμε έξω από το κάδρο, εγκαταλείποντας έτσι κομμάτια του εαυτού μας ώστε να δημιουργήσουμε άλλα, καινούργια.
xo CivilA

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου