Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η Γκιλφόϊλ, το εξώφυλλο της Vogue και άλλες ιστορίες|| Guilfoyle, the Vogue Greece Cover, and Other Stories.

~Η ελληνική μόδα, η πολιτική και η βιομηχανία της κοινωνικής αποδοχής στα χρόνια των social media.

An English version of the article follows below.

Πες μου αν κάνω λάθος αλλά, υπάρχει μια στιγμή κατά την οποία η εικόνα παύει να είναι απλώς εικόνα και αρχίζει να λειτουργεί ως επιχείρημα για παράδειγμα. 

Ένα πρόσωπο φωτογραφίζεται για ένα σημαντικό περιοδικό ή εμφανίζεται σε μια επίδειξη μόδας, προσκαλείται σε μια εκπομπή, βρίσκεται δίπλα σε ανθρώπους με αναγνωρισμένο "κύρος".

 Καμία από αυτές τις συναντήσεις δεν αποδεικνύει, από μόνη της, κάτι για τον χαρακτήρα, τις ιδέες ή την αξία του ατόμου αυτού. Κι όμως, η συσσώρευσή και αναπαραγωγή τους δημιουργεί ένα περιβάλλον πλαστής οικειότητας, μια αίσθηση ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο πιθανώς ανήκει εκεί, ότι η παρουσία του είναι φυσική, σχεδόν αυτονόητη. 

Δεν χρειάζεται κανείς να δηλώσει ρητά την αποδοχή αυτού του ατόμου. Αρκεί να ανοίξει την πόρτα, τη χαραμάδα αν θέλετε και να προσφέρει το πλαίσιο, να τοποθετήσει το πρόσωπο στη σωστή θέση μέσα στην εικόνα.

Κάπως έτσι, η κοινωνική αναγνώριση μετατρέπεται σε ένα, ασήμαντο κατ'εμέ, νόμισμα που εξαργυρώνεται κυκλοφορώντας από τον έναν θεσμό στον άλλο, αποκτώντας κάθε φορά ένα διαφορετικό περίβλημα και διατηρώντας την ίδια βασική λειτουργία, να μας υποδεικνύει ποιος από όλους αξίζει την προσοχή μας.

Η μόδα λοιπόν γνωρίζει αυτή τη λειτουργία καλύτερα από πολλούς άλλους χώρους, επειδή η ίδια έχει οικοδομηθεί εξολοκλήρου πάνω στη δύναμη της εικόνας.

Το βασικό μου ερώτημα είναι αν εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται τη δύναμή και την επίδραση της ή αν έχει αρχίσει να τη χρησιμοποιεί μηχανικά, μπερδεύοντας την προβολή με την αξία και το κύρος(αναρωτιέμαι ποιο), με την αισθητική.

Τώρα θα μου πείτε , τι έπαθα Κυριακάτικα και γράφω για αυτό...

Προβληματίζομαι μέρες τώρα είναι η αλήθεια μιας και η αφορμή για αυτές τις σκέψεις βρίσκεται σε μια σειρά πρόσφατων δημόσιων εμφανίσεων και συναντήσεων που έφεραν την πολιτική, τη μόδα και την ελληνική κουλτούρα της γενικοτερης διασημότητας στο ίδιο κάδρο. 

Η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, Αμερικανίδα πολιτική προσωπικότητα και πρέσβειρα των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα, βρέθηκε στο εξώφυλλο της ελληνικής Vogue τον Νοέμβριο του 2025.

Η δημόσια παρουσία της στην Ελλάδα, οι επαφές της με πρόσωπα από διαφορετικούς χώρους και η συνεχόμενη προβολή της από και σε περιβάλλοντα που συνδέονται με την κοινωνική και πολιτιστική αναγνώριση δημιούργησαν μια ευρύτερη συζήτηση για τη σχέση της εξουσίας με τη δημόσια εικόνα.(Που προσωπικά είναι αέναη και διαχρονική)

Στη συνέχεια,προς έκπληξη μου,η συνάντηση του Λάκη Γαβαλά με την Αφροδίτη Λατινοπούλου στο Last Call έφερε στο προσκήνιο ένα συγγενικό στο προαναφερθέν ερώτημα, τι συμβαίνει όταν η πολιτική μεταφέρεται σε περιβάλλοντα ψυχαγωγίας και lifestyle, όπου η προσωπικότητα, η εικόνα και η δυνατότητα παραγωγής ενδιαφέροντος μπορούν να αποκτήσουν μεγαλύτερη βαρύτητα από την ουσία των θέσεων; 

Δεν πρόκειται να αποδώσω κρυφές προθέσεις στους ανθρώπους που συμμετείχαν σε αυτές τις επιλογές ούτε να θεωρήσω ότι κάθε συνάντηση αποτελεί αυτομάτως πολιτική συμφωνία και αυτό γιατί προτιμώ τον καλό λογισμό.

Με ενδιαφέρει όμως, περισσότερο ο μηχανισμός που κάνει αυτές τις συναντήσεις πολιτιστικά σημαντικές και ο τρόπος με τον οποίο το κοινό μαθαίνει, συχνά ακούσια, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, να συνδέει την ορατότητα κάποιου με την κοινωνική του αξία.

Η Vogue για παράδειγμα, στα μάτια μου, δεν είναι ένα φωτογραφικό άλμπουμ, είναι όμως ένας θεσμός που, μέσα από την ιστορία, την αισθητική ταυτότητα, τις εκδοτικές επιλογές και τη διεθνή επιρροή του, συμμετέχει στην παραγωγή πολιτισμικού κύρους. 

Οπότε ενα εξώφυλλο δεν είναι απλώς μια επιτυχημένη φωτογραφία, όπως μια συνέντευξη δεν είναι απλώς μια ευκαιρία να ακούσουμε κάποιον να μιλά για τον εαυτό του, αλλά είναι μια εξαργύρωση πολιτιστικής επίδρασης.

Το περιοδικό επιλέγει ποιο πρόσωπο θα τοποθετήσει στο επίκεντρο, ποια στοιχεία της δημόσιας ταυτότητάς του θα φωτίσει, ποια ιστορία θα κατασκευάσει γύρω του και μέσα σε ποιο αισθητικό πλαίσιο θα παρουσιάσει το άτομο.

Αυτές οι αποφάσεις αποτελούν μέρος της εκδοτικής του ευθύνης και της ιστορίας του. Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα περιοδικό μόδας οφείλει να φιλοξενεί αποκλειστικά ανθρώπους με τους οποίους συμφωνεί πολιτικά ή ότι πρέπει να αποφεύγει τις αμφιλεγόμενες προσωπικότητες, αλλά... Υπάρχει ένα τεράστιο αλλά παραδόξως, κρυμμένο "αλλά" εδώ.

Τι είναι αμφιλεγόμενη προσωπικότητα; Ποια είναι τα όρια, εάν υπάρχουν, για αυτόν τον χαρακτηρισμό;

Μια συνέντευξη μπορεί να είναι αποκαλυπτική, μια φωτογράφιση μπορεί να εξετάζει κριτικά την εξουσία και η μόδα μπορεί να προσφέρει ένα πεδίο για συζητήσεις που υπερβαίνουν τα όρια της ίδιας της βιομηχανίας, άλλωστε η μόδα έχει βαθιές κοινωνικές και κατά συνέπεια πολιτικές ρίζες, μια και εκπορεύεται από την κοινωνία ώστε να επιστρέψει σε αυτήν.

Η ουσιαστική διαφορά λοιπόν, βρίσκεται στο δημοσιογραφικό και πολιτιστικό πλαίσιο.

Αν το πρόσωπο παρουσιάζεται ως αντικείμενο διερεύνησης ή αν η αισθητική επεξεργασία της δημόσιας εικόνας του, καταλήγει να λειτουργεί ως μια σκηνοθεσία κύρους.

Με έναν τρόπο υπάρχει μια highly curated εκδοχή του ατόμου.

Η φωτογραφία μπορεί να είναι εξαιρετική.  Η επιλογή της, παρ' όλα αυτά, παραμένει ανοιχτή σε δημόσιο διάλογο και κριτική. Δεν χρειάζεται να αμφισβητήσουμε την ποιότητα της εικόνας ή την καλλιτεχνική και αισθητική της αξία ώστε να εξετάσουμε το νόημα και την επίδραση της παρουσίας της.

Στην περίπτωση της Γκίλφοϊλ, η διάκριση ανάμεσα στα γεγονότα και στην ερμηνεία της περσόνας είναι απαραίτητη. 

Η δημόσια διαδρομή της περιλαμβάνει τη δικηγορία, την τηλεοπτική παρουσία στο Fox News και τη στενή πολιτική σύνδεσή της με τον Ντόναλντ Τραμπ. Το 2018, πρώην βοηθός της στο Fox News διατύπωσε σοβαρές καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση και ανάρμοστη συμπεριφορά.

 Οι καταγγελίες αποτέλεσαν αντικείμενο δημοσιογραφικών αναφορών και συνδέθηκαν με εξωδικαστικό διακανονισμό μεταξύ της καταγγέλλουσας και του Fox News. 

Η Γκίλφοϊλ αρνήθηκε τις κατηγορίες. Δεν είναι ορθό να παρουσιάζονται αυτές οι καταγγελίες ως ποινική καταδίκη της για σεξουαλικό έγκλημα. 

Η άσκηση κριτικής όμως είναι αναπόφευκτη διαδικασία και απαραίτητη, ιδίως σε ένα άτομο που διάγει δημόσιο βίο και διαθέτει μεγάλο φάσμα επίδρασης.

 Η ακρίβεια βέβαια δεν είναι μια τυπική υποχρέωση που μας επιβάλλεται όταν συμπαθούμε ένα πρόσωπο αλλά είναι προϋπόθεση για να μπορούμε να ασκούμε ουσιαστική κριτική, ιδίως όταν το αντικείμενό της είναι η δημόσια ευθύνη. 

Ταυτόχρονα, η απουσία ποινικής καταδίκης δεν σημαίνει ότι ένα ιστορικό καταγγελιών στερείται κάθε δημοσιογραφικής και όχι μόνο ,σημασίας. 

Το ζητούμενο δεν είναι να μετατρέψουμε ένα περιοδικό μόδας σε δικαστήριο ούτε να αποφανθούμε για την ενοχή κάποιου μέσα από μια αισθητική επιλογή. 

Είναι όμως σημαντικό να αναρωτηθούμε αν η δημόσια εικόνα ενός προσώπου παρουσιάζεται με επαρκή επίγνωση της ευρύτερης διαδρομής του ή αν αποσπάται από αυτήν, ώστε να λειτουργήσει ως μια νέα, περισσότερο ελκυστική εκδοχή του στα μάτια ενός κοινού που είναι έτοιμο να καταναλώσει, άκριτα, τα πάντα.

 Η επιλεκτική παρουσίαση δεν απαιτεί κατ' ανάγκην ψεύδος. Αρκεί να αποφασίσουμε ποια στοιχεία θα γίνουν ορατά και ποια θα μείνουν εκτός κάδρου και πάνω από όλα, όταν αποφασίσουμε ποια είναι η ταυτότητα μας ως μέσον προβολής.

Μια από τις πιο αποτελεσματικές λειτουργίες της εικόνας είναι να μπορεί να αλλάξει το περιβάλλον μέσα στο οποίο αντιλαμβανόμαστε έναν άνθρωπο χωρίς να αλλάξει τίποτε στον ίδιο. 

Ένα πολιτικό πρόσωπο που εμφανίζεται διαρκώς σε πολιτικές αντιπαραθέσεις μπορεί να προκαλεί άμεση αντίδραση. Το ίδιο πρόσωπο, φωτογραφημένο με επιμέλεια, ντυμένο σύμφωνα με τους κώδικες της πολυτέλειας και τοποθετημένο σε ένα περιοδικό με ισχυρή αισθητική ταυτότητα, αποκτά μια διαφορετική δημόσια εικόνα. 

Ίσως αυτό μας θυμίζει, αμυδρά, την ελληνική κομματική και πολιτική πραγματικότητα και όλες τις, δυστυχώς, γραφικές και θλιβερές περσόνες που παρελαύνουν, ατυχώς στους δέκτες μας και όχι μόνο.

Δεν είναι πια, λοιπόν , μόνο ο πολιτικός που γνωρίζαμε, αλλά ένα πρόσωπο, ένα άτομο , ένας χαρακτήρας που εντάσσεται σε ένα πολιτιστικό περιβάλλον το οποίο ενδέχεται να εκτιμούμε ή και όχι. 

Η μετάβαση αυτή δεν συνεπάγεται ότι οι αναγνώστες θα υιοθετήσουν τις πολιτικές του θέσεις. Η επαναλαμβανόμενη παρουσία, ωστόσο, μπορεί να δημιουργήσει εξοικείωση και να κάνει ένα πρόσωπο να φαίνεται πιο αποδεκτό, περισσότερο αναμενόμενο, λιγότερο ξένο ή επικίνδυνο προς έναν συγκεκριμένο κοινωνικό χώρο.

Το κύρος ενός θεσμού μεταφέρεται, έστω συμβολικά, στο πρόσωπο που φιλοξενεί, ενώ το πρόσωπο προσφέρει στον θεσμό δημοσιότητα και επικαιρότητα που αν μη τι άλλο ,στα χρόνια που διανύουμε, μεταφράζονται αμέσως σε οικονομικό κέρδος.

 Πρόκειται λοιπόν για μια αμφίδρομη ανταλλαγή, όχι απαραίτητα για συνειδητή συνωμοσία ή κάποια κρυφή συμφωνία και ακριβώς γι' αυτό χρειάζεται να εξετάζεται με ψυχραιμία. 

Η πολιτιστική επιρροή δεν ασκείται μόνο μέσα από ρητές δηλώσεις και πολιτικές τοποθετήσεις. Αλλά ασκείται και μέσα από την επιλογή του ποιος θα γίνει ορατός, πού θα εμφανιστεί και με ποια αισθητική θα συνδεθεί.

Η συνάντηση λοιπόν της μόδας με την πολιτική, δεν είναι από μόνη της προβληματική ή επιλήψιμη.

Η μόδα υπήρξε ανέκαθεν χώρος κοινωνικών συμβολισμών και πολιτιστικών συγκρούσεων. Έχει αμφισβητήσει έμφυλους ρόλους, έχει μετατρέψει την ενδυμασία σε μέσο αντίστασης, έχει εκφράσει αλλαγές στην αντίληψη του σώματος και έχει αποτυπώσει τις μεταβολές της κοινωνικής τάξης. Θα ήταν παράλογο να απαιτούμε από έναν τόσο σύνθετο χώρο να παραμείνει αποστειρωμένος και απομακρυσμένος από την πολιτική πραγματικότητα.

 Το κρίσιμο ερώτημα είναι και παραμένει, τι συμβαίνει όταν η πολιτική εισέρχεται στη μόδα όχι ως αντικείμενο κριτικής, αλλά ως πρόσθετο στοιχείο αναγνωρισιμότητας αμφιλεγόμενων προσωπικοτήτων και πρακτικών.

 Όταν μια πολιτική προσωπικότητα προσκαλείται σε ένα φαινομενικά, ψυχαγωγικό περιβάλλον, η συνέντευξη μπορεί να προσφέρει ουσιαστική ενημέρωση, να εξετάσει τις θέσεις της και να αναδείξει τις συνέπειες των προτάσεών της. Μπορεί, όμως, να στηριχθεί κυρίως στην περιέργεια που προκαλεί η συνάντηση δύο αναγνωρίσιμων προσώπων. Στη δεύτερη περίπτωση, η πολιτική μετατρέπεται σε θέαμα και οι θέσεις της κινδυνεύουν να αντιμετωπιστούν ως ένα ακόμη στοιχείο της προσωπικότητας, δίπλα στο ντύσιμο, στο χιούμορ ή στη σκηνική παρουσία. 

Όταν μιλάμε για δικαιώματα, ισότητα και την προστασία ανθρώπων που επηρεάζονται άμεσα από πολιτικές αποφάσεις, δεν συζητάμε για αφηρημένες διαφορές γούστου ή ενός τρόπου ζωης. 

Συζητάμε για πραγματικές συνέπειες. Η ψυχαγωγική μορφή μιας εκπομπής δεν αναιρεί αυτή την ευθύνη, όπως και η φιλοξενία ενός πολιτικού δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι ο οικοδεσπότης συμφωνεί μαζί του. Βέβαια να προσθέσω ότι δεν ξέρω κατά πόσο ο ρατσισμός, η ρητορική μίσους και αποκλεισμού είναι άσκηση πολιτικής εφόσον στρέφεται εναντίον του πολίτη.

Συνεχίζω...

Η ποιότητα της επιλογής κρίνεται από το περιεχόμενο της συνομιλίας και από το αν η προβολή συνοδεύεται από την αναγκαία κριτική απόσταση που οφείλει να έχει ο συντονιστής της συζήτησης.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν το εξετάσουμε μέσα στο σύγχρονο ελληνικό περιβάλλον. 

Διαθέτουμε πραγματική δραστηριότητα στην ένδυση και την κλωστοϋφαντουργία, επιχειρήσεις, παραγωγικές μονάδες, δημιουργούς, τεχνίτες, εμπορικά σήματα και επαγγελματίες που εργάζονται σε διαφορετικά σημεία της παραγωγικής αλυσίδας. Όσο και αν ακούγεται παραλογο για την ελληνική πραγματικότητα και οικονομία, είναι κάτι υπαρκτό.

Δεν είναι σωστό να περιγράφουμε την ελληνική μόδα σαν να μην υπάρχει στο σήμερα και να την ερμηνεύουμε μόνο μέσα από την ύπαρξη παλαιότερων συνθηκών και ανθρώπων που πράγματι μεσουρανούσαν τις προηγούμενες δεκαετίες αλλά στο σήμερα έχουν επιλέξει έναν διαφορετικό δρόμο να πορεύονται, χρησιμοποιώντας την άλλοτε συναρπαστική πορεία τους προς εξυπηρέτηση άλλων αναγκών. 

Δεν είναι δυνατόν ένας τόσο δυναμικός πολιτισμικός τίτλος όπως η Vogue να αποτελεί δημόσιο βήμα για άτομα που δρουν εις βάρος του πολιτισμού και δεν είναι δυνατόν η λέξη πολιτισμός να είναι μονοδιάστατη.

Τα στοιχεία του κλάδου για το 2025 δείχνουν ότι οι εξαγωγές της ευρύτερης αλυσίδας ένδυσης και κλωστοϋφαντουργίας διαμορφώθηκαν περίπου στα 1,54 δισεκατομμύρια ευρώ, μειωμένες κατά 7,2% σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ενώ οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 3,2%, στα 3,17 δισεκατομμύρια ευρώ. Τα μεγέθη αυτά δεν περιγράφουν αποκλειστικά τους Έλληνες σχεδιαστές ή τις δημιουργικές επιχειρήσεις, ούτε αρκούν για να αποτυπώσουν ολόκληρη την οικονομική κατάσταση του κλάδου.

Δείχνουν, ωστόσο, ότι η πραγματική οικονομία της μόδας περιλαμβάνει παραγωγή, διεθνή ανταγωνισμό, εμπορικές εξαρτήσεις και επιχειρηματικές δυσκολίες που δεν είναι ορατές στις φωτογραφίες των εκδηλώσεων όπου όλοι οι παρόντες πασχίζουν να διώξουν τη σκιά από το πρόσωπο τους . 

Ένας δημιουργός χρειάζεται περισσότερα από μια πρόσκληση σε ένα σημαντικό event για να αναπτύξει μια βιώσιμη δραστηριότητα, πρόσβαση σε χρηματοδότηση, τεχνική γνώση, παραγωγικές υποδομές, δίκτυα διανομής, εξαγωγική στρατηγική, ουσιαστική εκπαίδευση και μέσα ενημέρωσης που να μπορούν να συζητήσουν τη δουλειά του με βάθος. Χρειάζεται ένα περιβάλλον στο οποίο η δημιουργία δεν εξαντλείται στην παρουσίαση ή στο μέσον παρουσίασης, αλλά μπορεί να συνεχιστεί, να εξελιχθεί και να αποκτήσει διάρκεια.

Σε μια μικρή αγορά, όπου οι επαγγελματικοί κύκλοι είναι συχνά περιορισμένοι και η διεθνής αναγνώριση μοιάζει δύσκολα προσβάσιμη, η εγγύτητα στην εξουσία και στη διασημότητα μπορεί να αποκτήσει δυσανάλογη συμβολική αξία για τα άτομα που επιλέγει να προβάλει. 

Μια φωτογραφία δίπλα σε ένα ισχυρό πρόσωπο μπορεί να κυκλοφορήσει πολύ ευκολότερα από μια ανάλυση για την κατασκευή ενός ενδύματος, την ιστορία ενός υλικού ή την εξέλιξη της σχεδιαστικής γλώσσας ενός δημιουργού. 

Η παρουσία δίπλα σε έναν διάσημο άνθρωπο αντιμετωπίζεται ως επίτευγμα, η πρόσκληση σε μια επίδειξη ως απόδειξη επαγγελματικής καταξίωσης και η φωτογραφία ενός προσώπου σε ένα διεθνώς αναγνωρισμένο περιβάλλον ως επιβεβαίωση ότι έχει αποκτήσει θέση στον χώρο.

Δεν συμβαίνει αυτό σε κάθε περίπτωση, ούτε είναι παράλογο να επιδιώκει κανείς συνεργασίες και επαφές. Η μόδα, όπως κάθε δημιουργική βιομηχανία, χρειάζεται δίκτυα και ορατότητα. Αλλά είναι άλλο να χρησιμοποιείς την ορατότητα για να ενισχύσεις ένα έργο και άλλο να χρησιμοποιείς το έργο ως αφορμή για να διατηρείς την ορατότητά σου. 

Στην πρώτη περίπτωση η δημοσιότητα υπηρετεί τη δημιουργία. Στη δεύτερη, η δημιουργία κινδυνεύει να γίνει το σκηνικό μιας αδιάκοπης προσπάθειας κοινωνικής επιβεβαίωσης, επαναλαμβάνω, αμφιλεγόμενων προσωπικοτήτων.

Εδώ λοιπόν, βρίσκεται και η μεταμόρφωση της γκλαμουριάς από τις δεκαετίες του 1990 και του 2000 μέχρι σήμερα. Η παλαιότερη κουλτούρα της πολυτέλειας είχε τα περιοδικά, τα κοσμικά πάρτι, τα επώνυμα αντικείμενα και τις δημόσιες εμφανίσεις ως βασικούς φορείς μιας υπόσχεσης κοινωνικής ανόδου και επιτρέψτε μου, δεν ξέρω αν ξεμακρύναμε πολύ. 

Δεν αφορούσε μόνο την κατανάλωση, αλλά και τη φαντασίωση ότι η πρόσβαση στα "σωστά" αντικείμενα και στους "σωστούς" ανθρώπους μπορούσε να μεταβάλει τη θέση μας στον κόσμο. 

Σήμερα, η ίδια επιθυμία έχει προσαρμοστεί στην "οικονομία" των ψηφιακών εικόνων. Το κοσμικό γεγονός γίνεται story, η φωτογραφία αποκτά μια δεύτερη ζωή μέσα από τις αναδημοσιεύσεις, η κοινωνική επαφή μετατρέπεται σε δημόσιο περιεχόμενο και η αναγνωρισιμότητα μετριέται με την ταχύτητα και την έκταση της διάδοσης. 

Η γκλαμουριά αυτού του είδους, δυστυχώς, δεν έχει εξαφανιστεί. Έχει γίνει πιο άμεση, πιο διαρκής και περισσότερο εξαρτημένη από την προσοχή μας. Δεν χρειάζεται να αποκτήσεις ένα αντικείμενο για να συμμετάσχεις στη φαντασίωση της, συνήθως ψεύδους, πολυτέλειας που σου προσφέρει. Αρκεί συχνά να εμφανιστείς δίπλα σε κάποιον που το συμβολίζει.

Σε αυτό το σημείο θέλω να εκφράσω ξανά μια, σχεδόν, απορία. Τι ορίζουμε σήμερα ως πολυτέλεια και πώς γίνεται η εικόνα της όποιας Γκιλφόϊλ να μας προδιαθέτει για την ύπαρξη αυτής της πολυτέλειας. Προηγείται εδώ ο θεσμικός της ρόλος ή αρκεί το έξτρα στρας ώστε να εξαργυρωθεί το γκλαμουρ της υπόθεσης;

Η εικόνα επαναλαμβάνω, γίνεται απόδειξη μιας σχέσης, και η σχέση απόδειξη μιας θέσης. Το πρόβλημα δεν είναι η επιθυμία για ομορφιά, η απόλαυση της όποιας πολυτέλειας ή η ανάγκη να αναγνωριστεί η δουλειά μας. Είναι η στιγμή που όλα αυτά παύουν να αποτελούν μέσα έκφρασης και γίνονται το μοναδικό κριτήριο με το οποίο αξιολογούμε τον εαυτό μας και τους άλλους.

Η αισθητική, ωστόσο, δεν είναι η ικανότητα να αναγνωρίζεις τους σωστούς ανθρώπους, τα σωστά brands ή τους σωστούς κώδικες κοινωνικής συμπεριφοράς. Δεν είναι ένα διαβατήριο που αποκτάς όταν εξοικειωθείς με τους μηχανισμούς της αμφιλεγόμενης, αυτής πολυτέλειας. 

Είναι ένα φίλτρο που διαμορφώνεται μέσα από την ιστορία, την τέχνη, την αρχιτεκτονική, τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, τη μουσική, τις ανθρώπινες σχέσεις και την εμπειρία του κόσμου. Είναι η ικανότητα να παρατηρείς, να συγκρίνεις, να αναγνωρίζεις τις λεπτομέρειες και να διαμορφώνεις μια προσωπική κρίση που δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την έγκριση των άλλων.

 Ένας άνθρωπος λοιπόν μπορεί να γνωρίζει όλους τους σημαντικούς σχεδιαστές, τραγουδιστές, πολιτικούς, να βρίσκεται σε όλες τις σημαντικές εκδηλώσεις και να έχει πρόσβαση στα πιο κλειστά δίκτυα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει καλλιεργήσει μια ουσιαστική αισθητική αντίληψη. Μπορεί να είναι ένας τυχάρπαστος, καιροσκόπος, πού όπως λέει ο λαός "είδε φως και μπήκε.".

Αντίστοιχα, κάποιος που δεν έχει καμία πρόσβαση σε αυτούς τους κύκλους μπορεί να διαθέτει εξαιρετική κρίση και βαθιά κατανόηση της μόδας, της κοινωνίας, της πολιτικής και του συνολικού πολιτισμό. 

Η κοινωνική θέση και η αισθητική ικανότητα δεν είναι ταυτόσημες. Η μόδα γίνεται πολιτιστικά ενδιαφέρουσα ακριβώς όταν μπορεί να μας βοηθήσει να δούμε πέρα από τις έτοιμες ιεραρχίες, όχι όταν τις αναπαράγει με πιο ελκυστικό φωτισμό μιΑς και η ίδια είναι εργαλείο ανατροπής.

Η ομορφιά μπορεί να αποκαλύψει κάτι που μέχρι χθες αγνοούσαμε, όπως και η αντίληψη του "τι είναι ωραίο σήμερα". Μπορεί όμως και να κάνει μια εικόνα τόσο γοητευτική ώστε να πάψουμε να εξετάζουμε όλα όσα, επίτηδες παραλείπει. 

Η αισθητική κρίση δεν βρίσκεται μόνο στην αναγνώριση του ωραίου, αλλά και στην ικανότητα να αναρωτιόμαστε τι σημαίνει αυτό, πώς κατασκευάστηκε και ποια κοινωνική πραγματικότητα επιλέγει να παρουσιάσει.

Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να καταδικάσουμε κάθε εξώφυλλο, κάθε δημόσια συνάντηση ή κάθε συνεργασία με έναν αμφιλεγόμενο άνθρωπο. Χρειάζεται να διατηρήσουμε την ικανότητα να εξετάζουμε τις επιλογές χωρίς να τις αντιμετωπίζουμε ως αυτονόητα αθώες ή αυτονόητα ύποπτες. Ένα περιοδικό έχει δικαίωμα να επιλέξει το πρόσωπο που θεωρεί ενδιαφέρον, αλλά η επιλογή του παραμένει αντικείμενο κριτικής. Ένας σχεδιαστής μπορεί να φωτογραφηθεί με έναν πολιτικό χωρίς αυτό να σημαίνει ότι συμφωνεί με όλες τις θέσεις του, αλλά η δημόσια εικόνα της συνάντησης μπορεί να αποκτήσει κάποιο νόημα πέρα από τις προσωπικές προθέσεις του.

Αυτό που χρειάζεται είναι η συνείδηση ότι οι πολιτιστικοί θεσμοί δεν διαχειρίζονται μόνο απλές, αναλώσιμες εικόνες. 

Διαχειρίζονται προσοχή, συμβολική αξία, πρόκληση ενστικτωδών αντιδράσεων και πρόσβαση στη δημόσια σφαίρα. 

Τελικά, το ζήτημα δεν είναι αν η ελληνική μόδα πρέπει να βρίσκεται κοντά στην πολιτική, στη διασημότητα ή στη διεθνή εξουσία. Το ζήτημα είναι αν μπορεί ή αν είναι ελεύθερη να διατηρήσει τη δική της κριτική διάθεση όταν βρίσκεται κοντά τους.

Η αλήθεια είναι πως θα ήθελα να δω μια ελληνική μόδα που επενδύει περισσότερο στο έργο, στην τεχνική γνώση, στην παραγωγή, στην έρευνα, στην εκπαίδευση και στην κριτική.

Μια βιομηχανία που δεν χρειάζεται να δανειστεί διαρκώς τη λάμψη "ισχυρών" προσώπων για να πείσει ότι υπάρχει. Μια μόδα που γνωρίζει ότι η πολιτιστική επιρροή δεν κατασκευάζεται με μία φωτογραφία, αλλά μέσα από τη συνέπεια, την ποιότητα και τη δυνατότητα να δημιουργείς κάτι που αντέχει πέρα από την επικαιρότητα. 

Γιατί, στο τέλος, κάθε εικόνα περιλαμβάνει μια επιλογή, τι θα φωτιστεί, τι θα μείνει στη σκιά, ποιος θα βρεθεί στο κέντρο και ποιος θα παραμείνει εκτός κάδρου. 

Η μόδα σαν εκφραστής των κοινωνικών αναγκών, έχει τη δύναμη να κατασκευάζει εικόνες, αλλά έχει και τη δυνατότητα να μας εκπαιδεύει να τις διαβάζουμε. Η ευθύνη της δεν είναι να μας υποδεικνύει ποιους πρέπει να θαυμάζουμε, ούτε να αποφεύγει κάθε πρόσωπο που προκαλεί αντιδράσεις. Είναι να διατηρεί την πολυπλοκότητα της σκέψης της, να μην αφήνει την αισθητική να μετατρέπεται σε άλλοθι και να θυμάται ότι η δημόσια εικόνα δεν είναι ποτέ εντελώς αποκομμένη από την κοινωνία που τη φιλοξενεί. 

Το κύρος μπορεί να ανοίξει μια πόρτα. Δεν μπορεί, όμως, να υποκαταστήσει την κρίση που χρειάζεται για να αποφασίσουμε τι αξίζει να περάσει από αυτήν. Και η αισθητική, όταν είναι ουσιαστική, δεν μας μαθαίνει απλώς να αναγνωρίζουμε την ομορφιά, μας μαθαίνει να κοιτάζουμε πιο προσεκτικά, ακόμη κι όταν αυτό που βλέπουμε είναι ακριβώς εκείνο που έχουμε εκπαιδευτεί να θαυμάζουμε.

Fashion has a history. Look closer.

xo CivilA 

An English version of the article follows below.


Greek Fashion, Politics, and the Industry of Social Acceptance in the Age of Social Media.

Tell me if I’m wrong, but I think there comes a point when an image stops being just an image and begins to function as an argument.

Someone appears on the cover of a major magazine, attends a fashion show, is invited onto a television programme, or is photographed alongside people whose status is already established.

None of these encounters, in itself, proves anything about that person’s character, ideas, or worth. And yet, when such appearances accumulate and are repeatedly circulated, they create an atmosphere of manufactured familiarity: the impression that this person probably belongs there, that their presence is natural, almost self-evident.

No one needs to explicitly declare their approval. All it takes is an open door — or, if you prefer, a crack in the door — and a platform that places someone in the right position within the frame.

This is how social recognition becomes a rather insignificant currency, in my view, exchanged from one institution to another, acquiring a different wrapper each time while retaining the same essential function: telling us who deserves our attention.

Fashion understands this mechanism better than many other fields, because it has been built, to a considerable extent, on the power of the image itself.

My central question is whether fashion still understands the power and influence it wields, or whether it has begun to use that power mechanically, confusing visibility with worth, prestige with substance — or perhaps with aesthetics.

Now, you may be wondering what has got into me on a Sunday morning to make me write about all this.

The truth is, I have been thinking about it for days. My thoughts were prompted by a series of recent public appearances and encounters that brought politics, fashion, and Greece’s broader celebrity culture into the same frame.

In November 2025, Kimberly Guilfoyle, an American political figure and the United States Ambassador to Greece, appeared on the cover of Greek Vogue.

Her public presence in Greece, her encounters with people from different fields, and her continued visibility in settings associated with social and cultural recognition have prompted a broader discussion about the relationship between power and public image. A relationship that, personally, I consider perpetual and timeless.

Then, to my surprise, the encounter between Lakis Gavalas and Afroditi Latinopoulou on Last Call brought a related question to the forefront: what happens when politics enters entertainment and lifestyle spaces, where personality, image, and the ability to generate interest can carry more weight than the substance of one’s positions?

I am not going to attribute hidden intentions to the people involved in these choices, nor assume that every encounter automatically signals political agreement. I prefer, after all, to give people the benefit of the doubt.

What interests me, however, is the mechanism that makes these encounters culturally significant, and the way audiences learn — often unconsciously, without even realising it — to associate someone’s visibility with their social worth.

Vogue, for example, is not simply a photographic album in my eyes. It is an institution that, through its history, aesthetic identity, editorial choices, and international influence, participates in the production of cultural prestige.

A cover, therefore, is not merely a successful photograph, just as an interview is not simply an opportunity to listen to someone talk about themselves. Both involve an exchange of cultural influence.

The magazine chooses whom to place at the centre, which aspects of their public identity to illuminate, what story to construct around them, and within what aesthetic framework to present them.

These decisions are part of its editorial responsibility and its history. This does not mean that a fashion magazine should feature only people whose politics it agrees with, or that it should avoid controversial figures altogether.

But there is a very big but here — a paradoxically well-hidden one.

What exactly makes someone a controversial figure? And where, if anywhere, do we draw the boundaries of that label?

An interview can be revealing. A photoshoot can critically examine power. Fashion can create space for discussions that extend far beyond the industry itself. After all, fashion has deep social roots and, consequently, political ones too. It emerges from society only to return to it.

The essential distinction, then, lies in the journalistic and cultural framing.

Is the person being presented as a subject of scrutiny, or does the aesthetic treatment of their public image end up functioning as a carefully staged performance of prestige?

In a way, we are dealing with a highly curated version of the individual.

The photograph may be excellent. The decision to publish it, however, remains open to public discussion and criticism. We do not need to question the quality of the image, or its artistic and aesthetic merit, in order to examine the meaning and impact of the person’s presence.

In Guilfoyle’s case, it is essential to distinguish between established facts and interpretations of her public persona.

Her public career includes her work as a lawyer, her television appearances on Fox News, and her close political association with Donald Trump. In 2018, a former Fox News assistant made serious allegations of sexual harassment and misconduct against her.

The allegations were covered by the press and were associated with an out-of-court settlement between the accuser and Fox News.

Guilfoyle denied the allegations. It would be inaccurate to present them as a criminal conviction for a sexual offence.

Criticism, however, is an inevitable and necessary process, particularly when it concerns someone who occupies a prominent public role and has considerable influence.

Accuracy is not a formality we are obliged to observe only when we happen to like the person in question. It is a prerequisite for meaningful criticism, especially when the subject is public accountability.

At the same time, the absence of a criminal conviction does not mean that a history of allegations is devoid of journalistic significance, or of any wider relevance.

The point is not to turn a fashion magazine into a courtroom, nor to pronounce someone guilty on the basis of an aesthetic choice.

It is, however, worth asking whether a public figure’s image is presented with sufficient awareness of their broader history, or whether that history is detached from the image in order to produce a more appealing version of the person for an audience ready to consume almost anything uncritically.

Selective presentation does not necessarily require a lie. Sometimes all it takes is deciding which details will be made visible and which will remain outside the frame — and, above all, deciding what kind of identity we wish to establish as a platform for public visibility.

One of the most effective functions of an image is its ability to change the context in which we perceive a person without changing anything about the person themselves.

A political figure who repeatedly appears in heated political confrontations may provoke an immediate reaction. The same person, photographed with care, dressed according to the codes of luxury, and placed within a magazine with a powerful aesthetic identity, acquires a different public image.

Perhaps this brings to mind aspects of Greek party politics and the political landscape, with all those — regrettably — grotesque and disheartening personas parading across our screens, and beyond them.

The person is no longer simply the politician we thought we knew. They become a personality, an individual, a character situated within a cultural environment that we may or may not value.

This transition does not mean that readers will adopt that person’s political positions. Repeated exposure, however, can create familiarity, making someone appear more acceptable, more expected, less alien, or less threatening to a particular social environment.

The prestige of an institution is symbolically transferred to the person it features, while that person offers the institution publicity and relevance which, in the present media landscape, can translate almost immediately into financial gain.

This is a two-way exchange, not necessarily a conscious conspiracy or a hidden agreement. And precisely because it does not require either, it deserves to be examined calmly and critically.

Cultural influence is exercised not only through explicit statements and political positions. It is also exercised through decisions about who becomes visible, where they appear, and which aesthetic worlds they are associated with.

The encounter between fashion and politics is not, in itself, problematic or objectionable.

Fashion has always been a space of social symbolism and cultural conflict. It has challenged gender roles, transformed clothing into a form of resistance, expressed changing perceptions of the body, and reflected shifts in social class. It would be absurd to demand that such a complex field remain sanitised and detached from political reality.

The crucial question remains: what happens when politics enters fashion not as a subject for critical examination, but as an additional source of visibility for controversial public figures and practices?

When a political figure is invited into what appears to be an entertainment setting, the interview can offer meaningful information, examine their positions, and explore the consequences of their proposals.

But it can also rely primarily on the curiosity generated by the encounter between two recognisable personalities.

In the latter case, politics becomes spectacle, and political positions risk being treated as just another aspect of someone’s personality, alongside their clothing, sense of humour, or stage presence.

When we talk about rights, equality, and the protection of people directly affected by political decisions, we are not discussing abstract differences in taste or lifestyle.

We are talking about real consequences.

The entertainment format of a programme does not cancel out this responsibility, just as inviting a politician onto a show does not automatically prove that the host agrees with them.

I would also add that I am not entirely sure whether racism and rhetoric that incites hatred and exclusion can meaningfully be described as the exercise of politics when they are directed against the very citizens whom politics is supposed to serve.

But I digress.

The quality of such an editorial choice depends on the substance of the conversation and on whether the person conducting it maintains the critical distance that their role demands.

This becomes particularly interesting when we examine the contemporary Greek context.

Greece has real activity in clothing and textiles: businesses, manufacturing units, designers, craftspeople, brands, and professionals working at different points along the production chain. As improbable as this may sound in the context of the Greek economy, it is a reality.

It is misleading to describe Greek fashion as though it no longer exists in the present, interpreting it exclusively through the achievements of earlier decades and the people who once dominated the scene. Many of those figures have since chosen different paths, sometimes drawing on their once-fascinating careers to serve other needs.

A cultural institution as influential as Vogue should not become a public platform for people whose actions undermine culture itself. And culture, of course, cannot be reduced to a single dimension.

Figures for 2025 indicate that exports across the broader clothing and textile chain stood at approximately €1.54 billion, down 7.2% from the previous year, while imports rose by 3.2% to €3.17 billion.

These figures do not refer exclusively to Greek designers or creative businesses, nor are they sufficient to capture the entire economic reality of the sector.

They do, however, remind us that the real economy of fashion involves production, international competition, commercial dependencies, and business challenges that remain invisible in photographs from events where everyone seems to be trying to keep the shadows off their faces.

A designer needs far more than an invitation to an important event to build a sustainable business. They need access to funding, technical knowledge, production infrastructure, distribution networks, export strategies, meaningful education, and media outlets capable of discussing their work in depth.

They need an environment in which creativity is not exhausted by presentation — or by the medium through which it is presented — but can continue, evolve, and acquire lasting value.

In a small market, where professional circles are often limited and international recognition can seem difficult to access, proximity to power and celebrity can acquire a disproportionate symbolic value for those who receive the attention.

A photograph alongside a famous person can circulate far more easily than an analysis of garment construction, the history of a material, or the evolution of a designer’s visual language.

Being seen alongside a celebrity is treated as an achievement. An invitation to a fashion show becomes proof of professional success. A photograph of someone in an internationally recognised setting is taken as confirmation that they have secured a place in the industry.

This is not always the case, nor is it unreasonable to seek collaborations and professional connections. Fashion, like every creative industry, needs networks and visibility.

But there is a difference between using visibility to strengthen your work and using your work as a pretext for maintaining your visibility.

In the first case, publicity serves creation. In the second, creation risks becoming the backdrop to an endless pursuit of social validation — once again, in the case of controversial public figures.

This brings us to the transformation of glamour from the 1990s and 2000s to the present day.

The older culture of luxury relied on magazines, society parties, designer goods, and public appearances as vehicles for a promise of social ascent. And forgive me, but I am not sure we have moved very far from that world.

It was never just about consumption. It was also about the fantasy that access to the right objects and the right people could change one’s position in the world.

Today, the same desire has adapted to the digital image economy.

The society event becomes an Instagram Story. The photograph acquires a second life through reposts. Social interaction becomes public content. Recognition is measured by the speed and reach with which an image circulates.

This kind of glamour has not disappeared, unfortunately. It has become more immediate, more continuous, and increasingly dependent on our attention.

You no longer need to own a particular object to participate in the fantasy of luxury it represents. Often, it is enough to appear alongside someone who embodies it.

At this point, I find myself asking another question, almost out of sheer curiosity.

What do we define as luxury today? And how is it that an image of someone like Guilfoyle can predispose us to associate that person with luxury?

Does her institutional role come first, or is a little extra sparkle enough to make the glamour work?

The image becomes evidence of a connection, and the connection becomes evidence of a position.

The problem is not the desire for beauty, the enjoyment of luxury, or the need to have our work recognised. It is the moment when these things cease to be means of expression and become the only criteria by which we evaluate ourselves and others.

Aesthetic sensibility, however, is not the ability to recognise the right people, the right brands, or the right codes of social behaviour. It is not a passport granted to you once you become familiar with the mechanisms of this questionable kind of luxury.

It is a filter shaped by history, art, architecture, literature, cinema, music, human relationships, and our experience of the world.

It is the ability to observe, compare, recognise details, and develop an independent judgement that does not depend exclusively on the approval of others.

Someone can know all the important designers, singers, and politicians, attend every major event, and have access to the most exclusive circles without necessarily having developed any meaningful aesthetic understanding.

They may simply be an opportunist who saw a light on and walked straight in.

Conversely, someone with no access to these circles may possess exceptional judgement and a profound understanding of fashion, society, politics, and culture as a whole.

Social status and aesthetic ability are not the same thing.

Fashion becomes culturally interesting precisely when it helps us see beyond established hierarchies, rather than reproducing them under more flattering lighting. After all, fashion itself can be an instrument of disruption.

Beauty can reveal something we had previously overlooked, just as our perception of what is beautiful changes over time.

But beauty can also make an image so seductive that we stop examining everything it has deliberately left out.

Aesthetic judgement lies not only in recognising beauty, but also in asking what it means, how it was constructed, and which version of social reality it chooses to present.

We do not need to condemn every magazine cover, every public encounter, or every collaboration with a controversial figure.

We need to preserve our ability to examine these choices without treating them as automatically innocent or automatically suspicious.

A magazine has every right to choose the person it considers interesting, but that choice remains open to criticism.

A designer can be photographed alongside a politician without necessarily agreeing with every one of their positions. Yet the public image of that encounter may acquire a meaning that extends beyond the designer’s personal intentions.

What we need is an awareness that cultural institutions do not merely manage disposable images.

They manage attention, symbolic value, the capacity to provoke instinctive reactions, and access to the public sphere.

Ultimately, the question is not whether Greek fashion should be close to politics, celebrity, or international power.

The question is whether it can — or is free to — preserve its own critical perspective when it finds itself in their company.

The truth is that I would like to see a Greek fashion industry that invests more in the work itself: in technical knowledge, production, research, education, and criticism.

An industry that does not constantly need to borrow the glamour of powerful people to prove that it exists.

A fashion industry that understands cultural influence is not built with a single photograph, but through consistency, quality, and the ability to create something that endures beyond the news cycle.

Because, in the end, every image involves a choice: what will be illuminated, what will remain in the shadows, who will occupy the centre, and who will be left outside the frame.

Fashion, as an expression of social needs, has the power to construct images. But it also has the capacity to teach us how to read them.

Its responsibility is not to tell us whom to admire, nor to avoid every person who provokes controversy. It is to preserve the complexity of its own thinking, to resist allowing aesthetics to become an alibi, and to remember that a public image is never entirely detached from the society that receives it.

Prestige can open a door. It cannot replace the judgement required to decide what deserves to pass through it.

And when aesthetic sensibility is genuine, it does not simply teach us to recognise beauty. It teaches us to look more closely — even when what we are looking at is precisely what we have been conditioned to admire.

Fashion has a history. Look closer.

xo, CivilA

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Πριν Όλα Γίνουν Περιεχόμενο•

 ~Το βασίλειό μου για λίγο αργό ίντερνετ~ Υπάρχουν στιγμές που ανοίγω τα social media και αναρωτιέμαι πότε ακριβώς το ίντερνετ σταμάτησε να είναι εξερεύνηση και έγινε θόρυβος. Υπάρχουν μέρες που ανοίγω τα social media και νιώθω σαν να μπήκα κατά λάθος σε ένα τεράστιο δωμάτιο όπου όλοι μιλάνε ταυτόχρονα, όλοι χορεύουν, όλοι δείχνουν κάτι , και κανείς δεν φαίνεται πραγματικά να ακούει. Κάποτε αυτό το δωμάτιο ήταν μικρότερο. Και είχε και μια κάποια γοητεία μιας και στοχευμένα σε επέλεγαν, δεν εμφανιζοσουν τυχαία σε μια ροή,δεν σε επέβαλε κάποιο trend ή ένας αλγόριθμος. Τότε που ξεκινούσε όλη αυτή η ιστορία του διαδικτύου, υπήρχε μια περίεργη έξαψη. Ένα αίσθημα ότι εξερευνούσαμε κάτι άγνωστο. Σαν να ανοίγεις μια πόρτα σε μια πόλη που δεν υπάρχει ακόμη στον χάρτη. Τα blogs ήταν μικρά δωμάτια μέσα σε αυτή την πόλη. Ο καθένας έβαζε μέσα τις σκέψεις του, τις εμμονές του, τις ιστορίες του. Δεν υπήρχαν αλγόριθμοι που σου φώναζαν «πιο γρήγορα», «πιο πολύ», «πιο θορυβώδη». Υπήρχε απλώς η επιθυ...

Οι τόποι,οι άνθρωποι.

Οι τόποι,όλοι,είναι έρωτες και αυτός που είμαι τώρα είναι ο μεγαλύτερος(σε κάθε έρωτα αυτό λέμε).Και όμως πόσο αληθινό είναι αυτό?!Οι τόποι σαν νέοι στη ζωή μας άνθρωποι μας υποδέχονται και μας προσφέρουν εμπειρίες,καθένας τόσο μοναδικός,τόσο προσωπικά ωραίος.Άνθρωποι,τόποι,το ίδιο...έρωτες,αγάπες,μνήμες. xx Civil.A

Το Πάσχα στο Σαμακώβ•

~Ή αλλιώς, οι τόποι που μας έφτιαξαν πριν προλάβουμε να το καταλάβουμε Δεν ξέρω αν αγαπώ το Πάσχα για αυτό που είναι. Ή για αυτό που κουβαλάει. Γεννήθηκα και μεγάλωσα, ίσως, στην πιο ιδιαίτερη γειτονιά της Ξάνθης, το ένδοξο Σαμακώβ. Από πολύ νωρίς ήξερα πού ακριβώς στέκομαι στο θέμα Θεός και πού στο θέμα θρησκεία. Το ανθρώπινο κομμάτι των παραπάνω δεν με απασχόλησε ποτέ πέρα από ελάχιστες φορές που είχα την τεράστια τύχη να συνομιλήσω με φωτισμένους ανθρώπους ή αδιανόητα αγαθούς και καλόκαρδους. Πάμε παρακάτω μιας και στο θέμα Θεός δεν επιθυμώ να πλατιαζω, κρίνω μικρή την ανθρώπινη αντίληψη για να συλλάβει την έννοια αυτή. Το Πάσχα δεν το έζησα σαν έννοια. Το έζησα σαν εμπειρία. Μεγάλωσα όμορφα σε μια μονοκατοικία σε ένα μεγάλο οικόπεδο με αμυγδαλιές, πασχαλιές και ένα σωρό άλλα δέντρα και φυτά. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε όλα αυτά, ήταν οι τριανταφυλλιές της γιαγιάς μου, της Σοφίας. Κατακόκκινες. Το θυμάμαι σαν να ήταν μια στιγμή πριν, οι συγκλονιστικές αυτές κόκκινες τριανταφυλλιές τη...