~Ή αλλιώς, γιατί ένα ζευγάρι παπούτσια δεν είναι ποτέ απλώς ένα ζευγάρι παπούτσια.
Το τελευταίο επεισόδιο του θρυλικού Sex and the City, προβλήθηκε το 2004.
Από τότε έχουν περάσει... 22 ολόκληρα χρόνια και πριν γράψω τον αριθμό έκανα προσθαφαιρέσεις στο κεφάλι μου ένα ολόκληρο δεκάλεπτο μιας και μου φαίνεται αδιανόητο.
Τα χρόνια πέρασαν, οι πρωταγωνίστριες μεγάλωσαν, εγώ παρέμεινα ίδια και απαράλλαχτη και η παρακαταθήκη έμεινε απείραχτη.
Η σειρά αυτή δημιουργήθηκε για να απενοχοποίησει κάθε έκφανση της γυναικείας φύσης και ζωής. Στη σύγχρονη κοινωνία μεγάλο μέρος της ζωής μας είναι η κατανάλωση. Δεν θα συζητήσουμε τώρα όλα τα σύνδρομα που έχουμε και ψωνίζουμε σαν να τελειώνει η ζωή μας.
Συνεχίζω...
Κάποτε η Carrie Bradshaw έγραψε το περίφημο “A Woman’s Right to Shoes” στο σύμπαν του Sex and the City και, ειλικρινά, λίγα κείμενα κατάφεραν να εξηγήσουν τόσο απλά κάτι που οι περισσότερες γυναίκες ήδη ήξεραν χωρίς να μπορούν πάντα να το διατυπώσουν.
Τα παπούτσια δεν είναι απλώς παπούτσια. Δεν ήταν ποτέ απλώς παπούτσια.
Είναι τα επόμενα πλάνα μας, η επόμενη περιπέτεια μας, τα βήματα που έρχονται και οι νέοι δρόμοι. Είναι μνήμη, επιθυμία, αισθητική, αυτονομία, μικρές προσωπικές νίκες και μερικές φορές η πιο ειλικρινής μορφή αυτοέκφρασης.
Γιατί κανείς δεν αμφισβητεί τα χρήματα που ξοδεύονται για έναν γάμο, μια βάπτιση ή ένα οικογενειακό τραπέζι, αλλά αν μια γυναίκα αποφασίσει να επενδύσει σε ένα ζευγάρι Manolo Blahnik ή στον αγαπημένο μου Rene Caovilla, τότε ξαφνικά πρέπει να απολογηθεί για την "επιπολαιότητά" της. Να τη η ενοχή, έρχεται...
Και όμως, εκεί μέσα, σε αυτή την αγορά κρύβεται μια ολόκληρη κοινωνική ιστορία.
Η δεκαετία του ’90 δεν ήταν απλώς μια περίοδος μόδας, ήταν μια περίοδος μετάβασης που εκφράστηκε και πάλι μέσα από τη μόδα.
Η γυναίκα έμπαινε όλο και πιο δυναμικά σε μεγάλες εταιρείες, σε διοικητικές θέσεις, σε γραφεία που μέχρι τότε είχαν σχεδιαστεί σχεδόν αποκλειστικά για άνδρες. Έπρεπε να διεκδικήσει χώρο μέσα σε ένα σύστημα που είχε ήδη dress code, ήδη κανόνες, ήδη εξουσία.
Και ποιο ήταν το ένδυμα της εξουσίας;
Το κατεξοχήν ανδρικό ένδυμα.Το κοστούμι.
Οι γυναίκες φόρεσαν σακάκια με έντονους ώμους, tailored παντελόνια, λευκά πουκάμισα, αυστηρές γραμμές. Έμαθαν να κινούνται μέσα σε μια αισθητική που έμοιαζε να απαιτεί σοβαρότητα, πειθαρχία και σχεδόν αποστείρωση της θηλυκότητας, αλλά δεν την εγκατέλειψαν.
Την μετέφεραν αλλού. Πού; Στα παπούτσια.
Εκεί που το corporate uniform τελείωνε, άρχιζε η προσωπική δήλωση. Μια γόβα δεν ήταν απλώς συμπλήρωμα, ήταν γυναικεία υπογραφή.
Ένα κόκκινο τακούνι κάτω από ένα μαύρο κοστούμι έλεγε "μπορώ να παίζω με τους κανόνες σας, αλλά δεν θα εξαφανιστώ μέσα τους."
Τα παπούτσια έγιναν η επιτρεπτή πολυτέλεια. Η μικρή επανάσταση. Η θηλυκότητα που δεν ζητούσε άδεια.
Και μετά φυσικά ήρθε το Sex and the City, ξαφνικά, η επιθυμία απέκτησε soundtrack. Ακόμα ακούω τη μουσική από τους τίτλους έναρξης στα αυτιά μου
Η Carrie Bradshaw δεν φορούσε απλώς παπούτσια. Τα ζούσε. Τα ερωτευόταν. Τα κυνηγούσε. Τα υπερασπιζόταν σαν προσωπική φιλοσοφία και μαζί με αυτά ζούσε όλες τις μεγάλες νίκες και ήττες της, σαν καθημερινός ακροβάτης, σε πάλη ισορροπίας με τη ζωή.
Μέσα από τη σειρά, ο Manolo Blahnik έγινε σχεδόν μυθολογικό πρόσωπο για τις γυναίκες σε όλο τον πλανήτη.
Για πολλές, ένα ζευγάρι Manolo Blahnik δεν ήταν απλώς luxury purchase, ηταν εισιτήριο προς μια κοινωνική ομάδα που μέχρι τότε δεν τις έπαιρνε σοβαρά γιατί η γυναίκα δεν είχε το ίδιο οικονομικό status με τον άνδρα.
Τα designer shoes ήταν ένας τρόπος να νιώσεις λίγο πιο κοντά σε εκείνη τη Νέα Υόρκη που χαζευες στην τηλεόραση. Λίγο πιο κοντά σε εκείνη την ανεξαρτησία και τον αέρα του μεγάλου αστικού κέντρου. Λίγο πιο κοντά σε εκείνη τη γυναίκα που περπατούσε στους δρόμους του Μανχάταν με αυτοπεποίθηση, χάος, ερωτικές αποτυχίες και τέλεια παπούτσια.
Η γυναίκα αγόραζε την αισθητική χαρά και αυτό δεν χρειάζεται εξήγηση.
Καμία φορά σκέφτομαι ότι πάρχει κάτι σχεδόν παιδικό στο να χαζεύεις παπούτσια.
Προσωπικά τα κοιτάω όπως ένα παιδί κοιτάζει παιχνίδια σε βιτρίνα, όχι απαραίτητα γιατί τα χρειάζομαι αλλά γιατί μου αρέσουν.
Το design. Η καμπύλη. Το χρώμα. Η γεωμετρία του τακουνιού. Σαν να λέμε, η αρχιτεκτονική τους.
Μπορεί να μη θέλω καν να τα φορέσω, μπορεί να μην ταιριάζουν καθόλου στη ζωή μου, όμως τα θαυμάζω, γιατί κατάλαβα ότι η ομορφιά δεν χρειάζεται πάντα μια πρακτική δικαιολογία.
Τη στιγμή δε που βρίσκω κάτι να μου ταιριάζει σε όλα τα επίπεδα, ανοίγουν τα ουράνια. Βγαίνουν χερουβείμ και σεραφείμ. Οι τρομπέτες παίζουν και η λογική αποχωρεί σιωπηλά από το δωμάτιο.
Τελικά αυτό ήταν πάντα το πραγματικό θέμα, το δικαίωμα μιας γυναίκας στην οποία επιθυμία μπορεί να έχει.
Όχι τα παπούτσια. Ούτε οι τσάντες.
Αλλά μόνο το δικαίωμα μιας γυναίκας να επιθυμεί κάτι μόνο και μόνο επειδή της δίνει χαρά.
Χωρίς απολογία. Χωρίς χρηστική δικαιολόγηση. Χωρίς την ανάγκη να αποδείξει ότι ήταν "σωστή επένδυση".
Και καμιά φορά, αυτή η χαρά έρχεται μέσα σε κουτί, με λεπτό, μεσαίου ύψους τακούνι και το όνομα Manolo Blahnik γραμμένο απ’ έξω.
X CivilA

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου