Είναι Κυριακή 26 Απριλίου.
Ο κολλητός μου προσπαθεί να με ψήσει να φύγουμε για Μιλάνο σε έναν μήνα.
Εγώ πίνω το τρίτο ή τέταρτο τσάι για σήμερα και προσπαθώ να ξεχάσω τη δυστυχία του να μην μπορείς να πιεις καφέ.
Οι υποχρεώσεις μου, στέλνουν μηνύματα ανά δώδεκα λεπτά, αν και Κυριακή.
Σε αυτό το σημείο θέλω να κάνω μια δήλωση.
ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΔΕΝ ΕΝΟΧΛΑΜΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΓΙΑ ΔΟΥΛΕΙΕΣ.
Είναι κοινωνικό συμβόλαιο. Είναι πολιτισμός.
Είναι σχεδόν άρθρο στο παγκόσμιο Σύνταγμα.
Εγώ έχω ήδη ενημερώσει πως αύριο δεν θα εμφανιστώ στη δουλειά μου και μέσα σε όλα αυτά, το πιο ευχάριστο γεγονός της ημέρας είναι πως ο πυρετός αποφάσισε επιτέλους να κάνει την εμφάνισή του.
Ναι ναι, ακριβώς ότι διαβάσατε, "ευχάριστο".
Για τρεις μέρες, λόγω πόνου, ανακάλυψα ότι έχω κόκαλα σε σημεία που δεν φανταζόμουν καν πως υπάρχουν στο ανθρώπινο σώμα. Στιγμιαία είπα ένα νοητό αντίο σε όλους όσους αγαπώ.
Έπειτα όμως ήρθε ο πυρετός, σαν επιβεβαίωση.
Σημαίνει πώς υπάρχει ακόμα οργανισμός και πως είμαι ζωντανή, κόντρα σε όλα τα exit poll των τελευταίων ημερών.
Χαζεύω έξω από το παράθυρο μιας που δεν μπορώ από τον πονοκέφαλο να διαβάσω.
Το Σαμακώβ σήμερα είναι ηλιόλουστο.
Ανθισμένο.
Τραγουδιστό.
Ακούω πουλιά να κελαηδούν, λες και πετάνε μέσα στο σαλόνι μου.
Σήμερα είναι λες και κάποιος αποφάσισε να βάλει ambient soundtrack στη γειτονιά. Οι αυλές έχουν αυτή τη μυρωδιά της άνοιξης που δεν εξηγείται εύκολα , λίγο γιασεμί, λίγο χώμα, λίγο παιδική ηλικία.
Τι κρίμα που δεν μπορώ να το πάω μια βόλτα σήμερα.
Να περάσω τη γέφυρα.
Να σταθώ λίγο στη Βασιλίσσης Σοφίας.
Να περπατήσω στο πάρκο.
Να κοιτάξω προς το γήπεδο του ΑΟΞ και να θυμηθώ πόσο φυσιολογικό ήταν κάποτε να μετράς τον χρόνο με τις Κυριακές του αγώνα και τις φωνές από τις εξέδρες.
Δεν μπορώ σήμερα δυστυχώς...
Μπορώ όμως να θυμηθώ και το Σαμακώβ είναι από εκείνα τα μέρη που δεν τα θυμάσαι απλά σαν ένα σημείο σε κάποιο χάρτη, αλλά τα θυμάσαι σαν αίσθηση.
Θυμάμαι τη Ρέμβη, το εστιατόριο ακριβώς δίπλα στο σπίτι που μεγάλωσα. Όχι μόνο σαν μαγαζί, αλλά σαν μια μόνιμη παρουσία με μυρωδιές από την κουζίνα, φώτα το βράδυ, φωνές, κόσμο, οικογενειακά τραπέζια, παιδιά να παίζουν σε εκείνες τις κούνιες που πέρναγα τα πρώτα μου καλοκαίρια και εκείνη τη βεβαιότητα που δημιουργήθηκε μέσα μου ότι κάπου πάντα κάτι όμορφο συμβαίνει.
Θυμάμαι το μπακάλικο του Αρσένη και έπειτα του Φώτη. Κανένα brand name δεν είναι ισχυρό στο Σαμακωβ, μόνο το μικρό σου όνομα επιβιώνει εδώ.
Το πραγματικό κέντρο πληροφοριών της γειτονιάς ήταν το μπακάλικο. Εκεί δεν πήγαινες μόνο για ψωμί, γάλα κλπ. Πήγαινες για ενημέρωση, κοινωνική και πολιτική ανάλυση και πιθανώς μια μικρή δόση κουτσομπολιού υψηλού επιπέδου. Αν ήταν μεσημέρι οι πληροφορίες ανταλλάσσονταν πάνω από μια ρετσίνα, λίγο σαλάμι, κασέρι Ξάνθης και μια ντομάτα.
Και φυσικά θυμάμαι και το ψιλικατζίδικο της κυρίας Φώφως, ένα σημείο δίπλα στο νηπιαγωγείο Ζαλάχα που σήμερα μπορεί να μη λειτουργεί πια, αλλά παραμένει εκεί, ανέγγιχτο , σαν μικρό μνημείο καθημερινότητας. Εκεί αγοράζονταν τσίχλες, γαριδάκια και φυσικά περνάμε πολύ σοβαρές αποφάσεις των 50 και 100 δραχμών.
Τελικά οι πόλεις δεν χτίζονται από τα σημαντικά.
Επαναδιατυπώνω.
Τελικά οι πόλεις δεν χτίζονται από τα μεγάλα.
Χτίζονται από τα μικρά, που είναι τόσο σημαντικά.
Από το "πάρε ψωμί στον γυρισμό".
Από το "πάρε ότι θέλεις με τα ρέστα".
Από το φως της κουζίνας του διπλανού σπιτιού.
Από το ποιος κάθεται ακόμα στο ίδιο μπαλκόνι.
Από τις φουντωμενες γλάστρες στις αυλές.
Από το αν θυμάσαι ποιος ήσουν όταν περνούσες κάθε μέρα την γέφυρα χωρίς να σκέφτεσαι.
Το Σαμακώβ δεν είναι απλώς η συνοικία που γεννήθηκα και μεγάλωσα.
Είναι το μέρος που όταν ξεχνάω, μου θυμίζει εμένα και τους άλλους.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι η πατρίδα, οχι ένας τόπος που απλά μένεις, αλλά ίσως ο τόπος που, ακόμα και όταν έχεις πυρετό, σε κάνει να θέλεις να σηκωθείς και να βγεις μια μικρή βόλτα μέχρι τον Άγιο Δημήτριο.
Να σε χτυπήσει ο ήλιος και ο αέρας.
Να πάρεις δύο ανάσες και ίσως έτσι γίνεις καλά ακόμα πιο γρήγορα.
X CivilA

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου