Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Το Πάσχα στο Σαμακώβ•

~Ή αλλιώς, οι τόποι που μας έφτιαξαν πριν προλάβουμε να το καταλάβουμε

Δεν ξέρω αν αγαπώ το Πάσχα για αυτό που είναι.

Ή για αυτό που κουβαλάει.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα, ίσως, στην πιο ιδιαίτερη γειτονιά της Ξάνθης, το ένδοξο Σαμακώβ.

Από πολύ νωρίς ήξερα πού ακριβώς στέκομαι στο θέμα Θεός και πού στο θέμα θρησκεία. Το ανθρώπινο κομμάτι των παραπάνω δεν με απασχόλησε ποτέ πέρα από ελάχιστες φορές που είχα την τεράστια τύχη να συνομιλήσω με φωτισμένους ανθρώπους ή αδιανόητα αγαθούς και καλόκαρδους. Πάμε παρακάτω μιας και στο θέμα Θεός δεν επιθυμώ να πλατιαζω, κρίνω μικρή την ανθρώπινη αντίληψη για να συλλάβει την έννοια αυτή.

Το Πάσχα δεν το έζησα σαν έννοια. Το έζησα σαν εμπειρία.

Μεγάλωσα όμορφα σε μια μονοκατοικία σε ένα μεγάλο οικόπεδο με αμυγδαλιές, πασχαλιές και ένα σωρό άλλα δέντρα και φυτά.

Και κάπου εκεί,

ανάμεσα σε όλα αυτά,

ήταν οι τριανταφυλλιές της γιαγιάς μου, της Σοφίας.

Κατακόκκινες.

Το θυμάμαι σαν να ήταν μια στιγμή πριν, οι συγκλονιστικές αυτές κόκκινες τριανταφυλλιές της, να σφιχταγκαλιάζουν τις δυο κολώνες που συγκρατούσαν τη βεράντα του πάνω ορόφου και να κάνουν μια τρομερή αντίθεση με το ελαφρύ γαλάζιο του σπιτιού και τα πιο έντονα παραθυρόφυλλα.

Το σκέφτομαι και συγκινούμαι, ήταν μεγάλη τύχη και ευλογία να μεγαλώσω ακριβώς σε αυτό το σημείο του πλανήτη.

Η γιαγιά μου αγαπούσε τα λουλούδια με έναν τρόπο σχεδόν λατρευτικό και αφοσιωμένο.

Τα φρόντιζε.

Τα ήξερε.

Τα ζούσε.

Κάποια στιγμή είχε φτάσει να έχει σχεδόν 300 γλάστρες. (Αν είναι δυνατόν)

Και κάθε Πάσχα, ήταν σαν σίφουνας.

Δύο όροφοι. Μια αυλή. Ένα οικόπεδο. Εκατοντάδες φυτά. Ένας σκύλος, η Ίρμα και φυσικά εμείς.

Εγώ.

Η μαμά μου.

Ο θείος μου.

Ο παππούς μου.

Δύσκολη υπόθεση.

Ασβέστωνε, έβαφε, πότιζε, κλάδευε, μαγείρευε και φρόντιζε απεριόριστα εμένα.

Το πρόγραμμα ξεκινούσε πριν καν μπει η Μεγάλη Εβδομάδα.

Άφιξη εκ Θεσσαλονίκης, του ενός αδερφού, Βασιλείου με τα της συζύγου Θεοδώρας και των τεσσάρων τέκνων, Κυριακής, Ξένης, Στυλιανού(έχουμε περίπου 6-7 στην οικογένεια) και φυσικά το πουλέν, Πέτρος.

Καμία φορά μας επισκεπτόταν και ο έτερος αδερφός μετά της συζύγου και των δύο τέκνων, ένας εκ των οποίων Στυλιανός και αυτός. Ή αλλιώς Στελάκης, για να τους ξεχωρίζουμε.

Φαντάσου φωνές.

Κίνηση.

Ζωή.

Τα πρωινά παιχνίδια με τα ξαδέρφια μου( που ήταν στην ουσία θείοι μου αλλά το κατάλαβα καιρό μετά).

Απαραίτητα εκκλησία το απόγευμα, ύπνο νωρίς και πάμε πάλι από την αρχή. Στο τελευταίο με έχαναν λίγο γιατί ήμουν νυχτόβιο πλάσμα και σχεδόν πάντα εκτός προγράμματος.

Ανήμερα του Πάσχα,ο παππούς μου γιόρταζε, το σπίτι γέμιζε και πώς να ξεχάσω τι συνέβαινε σε εκείνους τους δύο ορόφους και στην αυλή.

Πενήντα άνθρωποι, ίσως και παραπάνω.

Ένα τραπέζι. Αυγά που τσούγκριζαν. Γέλια που δεν κρατιόντουσαν.

Και το ψήσιμο είχε ξεκινήσει από τις έξι το πρωί.

Ακριβώς την ώρα δηλαδή που ο θείος μου ο Στέλιος, επέστρεφε με τους φίλους του από τη βραδινή τους έξοδο.  

Και μέσα σε όλα αυτά, η άνοιξη, να περιβάλει αγαπησιάρικα όλη αυτή την εμπειρία.

Τα ζουμπούλια.

Οι πασχαλιές.

Η συκιά που ξυπνούσε σιγά σιγά.

Ο δρόμος για την ενορία μας. 

Το Καβάκι. Η πιο παλιά εκκλησία της Ξάνθης.

Περνούσαμε τη γέφυρα πάνω από τον Κόσυνθο, βαδίζαμε προσεκτικά το πλακόστρωτο της παλιάς πόλης.

Χαιρετούσαμε τα παγώνια στα “παπάκια”.

Και μετά εκκλησία.

Με τον παπά Γιώργη.

Εμβληματικός. Οξυδερκής.

Και κάθε χρόνο, να παλεύει με το ηχοσύστημα στην Ανάσταση, αυτός, ο νεοκορος και οι ψάλτες.

Και εμείς παιδιά. Με τις λαμπάδες ανά χείρας, να προσέχουμε μη βάλουμε φωτιά σε κανέναν άνθρωπο.

Το μόνο μας πρόβλημα;

Η νηστεία. Όχι από πίστη.

Από τα πασχαλινά καλούδια που δεν μπορούσαμε να φάμε.

Μας χαρτζιλίκωναν κρυφά οι θείοι και οι θείες για να τα αγοράσουμε από τον Φώτη, τον μεγαλομπακάλη. 

Είχε όλα τα απαγορευμένα και αμαρτωλά για τη Μεγάλη Εβδομάδα. (Μέσα σε αυτά συγκαταλέγονται και τα δυναμιτάκια) 

Και πόσα ακόμα μου διαφεύγουν αυτή τη στιγμή.

Όλα αυτά είναι το Πάσχα για μένα.

Όχι σαν γιορτή αλλά σαν αίσθηση.

Σαν μυρωδιά. Σαν φως.

Οι άνθρωποι που τότε ήμασταν.

Και κάθε χρόνο, επιστρέφει.

Έτσι και φέτος, θα το ζήσω, με τους Σαμακωβίτες φιληνάδους μου. Καλά να είμαστε.

Ας βρει ο καθένας το δικό του Πάσχα.

Δεν έχει προδιαγραφές, δεν έχει κανόνες.

Έχει μόνο αίσθημα.

Να αγαπιέστε.

X CivilA

υγ. Αν ζούσε η γιαγιά μου, θα μου έλεγε, "καλά για τα αυγά μου δε θα πεις τίποτα;". Και θα συνέχιζε όλο καμάρι, "η μαμά σου τα έβγαλε φωτογραφία και όσοι την είδαν της είπαν •Μπράβο•, γαϊδούρα".

Τα αυγά της γιαγιάς μου όμως αξίζουν ένα ξεχωριστό άρθρο, την Μεγάλη Πέμπτη.



Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Οι τόποι,οι άνθρωποι.

Οι τόποι,όλοι,είναι έρωτες και αυτός που είμαι τώρα είναι ο μεγαλύτερος(σε κάθε έρωτα αυτό λέμε).Και όμως πόσο αληθινό είναι αυτό?!Οι τόποι σαν νέοι στη ζωή μας άνθρωποι μας υποδέχονται και μας προσφέρουν εμπειρίες,καθένας τόσο μοναδικός,τόσο προσωπικά ωραίος.Άνθρωποι,τόποι,το ίδιο...έρωτες,αγάπες,μνήμες. xx Civil.A

Joan Miro

Καταλανός ζωγράφος και γλύπτης, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους υπερρεαλιστές  καλλιτέχνες του 20ου   αιώνα . Γεννήθηκε το 1893  στην Βαρκελώνη  και σε ηλικία 14 ετών φοίτησε στην Εμπορική Σχολή, αν και παράλληλα παρακολουθούσε κρυφά μαθήματα στην Σχολή Καλών Τεχνών και αργότερα στην Ακαδημία  Galí  μέχρι το 1915 . Το 1920  μετακόμισε στο Παρίσι  όπου συμμετείχε στους καλλιτεχνικούς κύκλους της Μονμάρτης  και γνωρίστηκε αρχικά με το κίνημα του ντανταϊσμού  και αργότερα με τους υπερρεαλιστές , κάτω από την επίδραση των οποίων άρχισε να διαμορφώνει ένα ιδιαίτερο και προσωπικό ύφος στη ζωγραφική του. Ο μεγαλύτερος ίσως θεωρητικός του υπερρεαλισμού και ένα από τα ηγετικά στελέχη του, ο Αντρέ Μπρετόν , αναφερόμενος στον Μιρό δήλωσε πως  "είναι ο περισσότερο σουρεαλιστής από όλους" . Το 1921  πραγματοποιήθηκε η πρώτη ατομική του έκθεση στο Παρίσι, ενώ περίπου δέκα χρόνια αργότερα, η πρώτη ατομική του έκθεση...

Πριν Όλα Γίνουν Περιεχόμενο•

 ~Το βασίλειό μου για λίγο αργό ίντερνετ~ Υπάρχουν στιγμές που ανοίγω τα social media και αναρωτιέμαι πότε ακριβώς το ίντερνετ σταμάτησε να είναι εξερεύνηση και έγινε θόρυβος. Υπάρχουν μέρες που ανοίγω τα social media και νιώθω σαν να μπήκα κατά λάθος σε ένα τεράστιο δωμάτιο όπου όλοι μιλάνε ταυτόχρονα, όλοι χορεύουν, όλοι δείχνουν κάτι , και κανείς δεν φαίνεται πραγματικά να ακούει. Κάποτε αυτό το δωμάτιο ήταν μικρότερο. Και είχε και μια κάποια γοητεία μιας και στοχευμένα σε επέλεγαν, δεν εμφανιζοσουν τυχαία σε μια ροή,δεν σε επέβαλε κάποιο trend ή ένας αλγόριθμος. Τότε που ξεκινούσε όλη αυτή η ιστορία του διαδικτύου, υπήρχε μια περίεργη έξαψη. Ένα αίσθημα ότι εξερευνούσαμε κάτι άγνωστο. Σαν να ανοίγεις μια πόρτα σε μια πόλη που δεν υπάρχει ακόμη στον χάρτη. Τα blogs ήταν μικρά δωμάτια μέσα σε αυτή την πόλη. Ο καθένας έβαζε μέσα τις σκέψεις του, τις εμμονές του, τις ιστορίες του. Δεν υπήρχαν αλγόριθμοι που σου φώναζαν «πιο γρήγορα», «πιο πολύ», «πιο θορυβώδη». Υπήρχε απλώς η επιθυ...